Tuesday, September 28, 2010

Η Κυρία και ο Μονόκερος

Τρέισυ Σεβαλιέ, Η Κυρία και ο Μονόκερος, Ωκεανίδα 2005, Μετάφραση Μ. Αγγελίδου / Tracy Chevalier, The Lady and the Unicorn, 2003

"Ωρες ώρες τον ένιωθα στραμμένο προς το μέρος μου. Αν το βλέμμα είναι σαν κλωστή τεντωμένη ανάμεσα σε δυο ξύλα του αργαλειού, εγώ ένιωθα το δικό του βλέμμα σφιχτό, στέρεο..." σελ.291


Η συγκυρία ήταν άσχημη. Ήθελα απεγνωσμένα να ξεχάσω ό,τι γινόταν γύρω μου, πρόσωπα και γεγονότα και δυσκολίες. Ήθελα να χάσω τον χρόνο κάτω από τα πόδια μου, κι αυτό το βιβλίο τα κατάφερε, με έμπασε στον υπέροχο κόσμο του. Ξεκίνησα να το διαβάζω λόγω της εμμονής μου για τη συγκεκριμένη σειρά ταπισερί. Καθώς προχωρούσα την ανάγνωση, θυμόμουν τις ατέλειωρες ώρες που είχα περασει στην ιδιαίτερη αίθουσα του μουσείου Cluny (Musée National du Moyen Âge) , όπου φυλάσσονται οι έξι ταπισερί του συνόλου η "Κυρία και ο Μονόκερος". Ο φωτισμός είναι ιδιαίτερα χαμηλός και μοιάζει να βγαίνει και να διαχέεται μέσα από τις κλωστές και τα χρώματα, μέσα από αυτούς τους κλειστούς μικρούς κόσμους, κήποι σαν παραμύθια σε συνεχή αφήγηση. Αυτάρκη αινίγματα. Κάθε μια ταπισερί συμβολίζει και μια από τις πέντε αισθήσεις ενώ η έκτη φέρει την επιγραφή "à mon seul désir", ...οι μονόκεροι, οι κυρίες, ο καθρέφτης, η σκηνή, τα ζώα, τα mille fleurs...κλειδιά για την άναγνωση...Από την ανάγνωση του βιβλίου περνούσα στην ανάγνωση των ταπισερί και πάλι πίσω...


"Ο αργαλειός ήταν κι αυτός καθαρός, άδειος, έτοιμος να δεχτεί το καινούργιο στημόνι. Το ξύλο του έτριζε πότε πότε. Τέτοιες ώρες μου θυμίζει άλογο που κουνιέται σιγανά στο παχνί του να ξεμουδιάσει" σελ. 120



Πρόκειται λοιπόν για ένα όμορφα φτιαγμένο μυθιστόρημα εποχής που έχει σαν κεντρικό θέμα τη δημιουργία της γνωστής σειράς ταπισερί "Ή Κυρία και ο Μονόκερος" . Γύρω απ`αυτήν περιστροφικά σαν γαϊτανάκι μπλέκονται: τα μέλη της οικογένειας Λε Βιστ, που έκαναν την παραγγελία, ο ζωγράφος που την σχεδίασε, εδώ του δίνεται το όνομα Νικολά ντεζ Ινοσέν, η οικογενειακή συντεχνία υφαντουργών που την δημιούργησε στις Βρυξέλλες. Ακολουθούμε βήμα βήμα τις κλωστές της ύφανσης όχι μόνο των ταπισερί αλλά και των ψυχογραμμάτων των προσώπων, των σχέσεων μεταξύ τους, των κοινωνικών ρόλων και συμβάσεων της εποχής. Μια αριστοτεχνική ενορχήστρωση.

Το κάθε πρόσωπο έχει όσο χρόνο του χρειάζεται για να μιλήσει. Η οπτική αλλάζει σε κάθε κεφάλαιο κι ακούμε ως το τέλος τη φωνή όλων των ηρώων να μας δίνουν τη δική τους εκδοχή και τις δικές τους σκέψεις για ό,τι συμβαίνει γύρω τους. Ακούμε τον ψίθυρο της σκέψης τους, τα λόγια που δεν εκστομίζουν, τις επιθυμίες που δεν φανερώνουν στους άλλους.

Το χρονικό πλαίσο είναι πολύ συγκεκριμένο, 1490-1492, και δίνεται με ημερομηνίες και ορόσημα γιορτών στην αρχή κάθε κεφαλαίου.

"Οι ταπισερί δεν είναι πίνακες, είπα. Ζωγράφοι που δεν έχουν δουλέψει ποτέ για ταπισερί, δεν το καταλαβαίνουν αυτό. Νομίζουν πως ό,τι κι αν ζωγραφίσουν, μπορεί απλά να γίνει πιο μεγάλο και να το πάρουν οι υφαντουργοί να το υφάνουν όπως είναι, Αλλά όταν κοιτάζεις μια ταπισερί, δεν είναι το ίδιο όπως όταν κοιτάζεις έναν πίνακα. Ο πίνακας είναι συνήθως μικρότερος και μπορείς να τον δεις ολόκληρο με μια ματιά. Δεν πας να κολλήσεις απάνω του, στέκεις ένα-δυο βήματα πιο πίσω, όπως όταν έχεις απέναντί σου παπά ή δάσκαλο. Με την ταπισερί είν`αλλιώς. Κάθεσαι πλάι της, την πλησιάζεις σα να`τανε φίλος, δικός σου άνθρωπος. Βλέπεις λοιπόν ένα κομμάτι της μόνο -κι όχι πάντα το πιο σπουδαίο. Γι`αυτό και κανένα μέρος της δεν πρέπει να ξεχωρίζει από τ`άλλα, μόνο πρέπει να ταιριάζουν όλα και να δένουν αρμονικά μεταξύ τους, έτσι που το μάτι να ευχαριστιέται όπου κι αν πέφτει. Αυτά τα σχέδια τα δικά σου δεν είνια έτσι φτιαγμένα. Το φόντο με τα millefleurs θα βοηθήσει, αλλά και πάλι χρειαστεί να κάνουμε αλλαγές." σελ.135



Η τυφλή κόρη του υφαντουργού μιλά... "Τα μάτια μου είναι δυό πραγματάκια στο πρόσωπό μου...σαν το σαγόνι μου που μασάει, σαν τα ρουθούνια μου που πεταρίζουν. Εχω άλλους τρόπους να μαθαίνω, να καταλαβαίνω ό,τι είναι γύρω μου. Ξέρω, ας πούμε, τις ταπισερί που δουλεύω. Νιώθω κάθε κλωστή, κάθε νήμα, κάθε κομπάκι του μαλλιού. Μπορώ με τα δάχτυλα ν`ακολουθήσω τις γραμμές των λουλουδιών στο φόντο, μπορώ να βρώ μια μια τις βελονιές που έχω κεντήσει στα πίσω πόδια ενός σκύλου, στο αυτί ενός λαγού...Νιώθω τα χρώματα. Το κόκκινο είναι λείο σαν μετάξι, το κίτρινο πιο τραχύ, το γαλάζιο χαϊδεύει σαν βελούδο το δέρμα. Τα ξεχωρίζω με την αφή τα χρώματα. Κάτω από τα δάχτυλά μου απλώνεται σαν χάρτης η ταπισερί." σελ.145

Βγαίνοντας στο τέλος από κει μέσα, τις σελίδες του βιβλίου και τις υφάνσεις των ταπισερί, είχα ανάγκη από ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, ή μήπως καλύτερα μια μπίρα δυνατή, όπως έκαναν οι υφαντουργοί για να γιορτάσουν την ολοκλήρωση του υφαντού τους...

Άλλα έργα της Τρέισυ Σεβαλιέ είναι: Το κορίτσι με το σκουλαρίκι, The virgin Bleu, Falling Angels

Το εξαιρετικό site του μουσείου Cluny και η ερμηνεία που προσφέρει για τις ταπισερί:
http://www.musee-moyenage.fr/homes/home_id20393_u1l2.htm
Πολύ ωραία παρουσίαση του βιβλίου και των ταπισερί εδώ:

Thursday, August 19, 2010

Ξαποσταίνοντας στον βραχόκηπο του Καζαντζάκη...



"Προχωρούσα μέσα σ`ένα κήπο...πέρασα κάτω από μια σιντοϊκή πύλη...έφτασα στα σκαλοπάτια του παμπάλαιου ναού...Μήτε ένα άγαλμα, μήτε μια εικόνα...τίποτα άλλο παρά ένα μεγάλο μπρούντζινο αγγείο, γεμάτο καθάριο νερό. Τα σύννεφα περνούν από πάνω, και τα βλέπεις να καθρεφτίζονται στο διάφανο νερό. Εσκυψα και κοίταξα το πρόσωπό μου να πλέει εκεί μέσα σαν ίσκιος. Ενα φύλλο έπεσε από ένα δέντρο και πήρε ν`αρμενίζει πάνω στο πρόσωπό μου. Ενα αγεράκι φύσηξε, και το νερό κατσάρωσε όλο ρίγος...Η ψυχή μου είναι γεμάτη από λαγαρό νερό όπως αυτό το μπρούντζινο αγγείο στο κατώφλι του σιντοϊκού ναού. Ερωτες, ιδέες, τρομερά ψυχανεμίσματα, περνούν από πάνω της σαν κούφια σύννεφα ή μαραμένα φύλλα...."

Μετά το ταξίδι του στην Απω Ανατολή το 1935, ο Καζαντζάκης έγραψε τον Βραχόκηπο στα γαλλικά "Le jardin des rochers". Η πρώτη σκέψη του για τον τίτλο ήταν: "La double Marche"- Η Διπλή Πορεία, γιατί πράγματι, σε όλα τα ταξίδια του, η πορεία, η εξερεύνηση, η περιήγηση ήταν δυοειδής, εσωτερική και εξωτερική, στην επιφάνεια και τον βυθό των πραγμάτων, στον πυρήνα και την περιφέρεια, φυγή κι επιστροφή. Στο μυαλό μου η φράση του Ελύτη "εσωτερική βραδυπορεία" και η "εναντιοδρομία" του Παπαδίτσα. Σύμφωνα με τον Πρεβελάκη, σχεδίαζε να καταγράψει τα διάφορα επίπεδα, τους αναβαθμούς και τα στάσιμα της Πορείας σε κάποια μελλοντικά έργα με τους χαρακτηριστούς τίτλους: "Monastère des rochers" "école des rochers" "Rochers"...διαδοχικά σκαλοπάτια μια "ασκητικής" μέχρι την πλήρη αφαίρεση. Το βιβλίο συνοδεύει και συνοδεύεται από την "Ασκητική"(το πνευματικό μανιφέστο του συγγραφέα) και το "Ταξιδεύοντας Κίνα-Ιαπωνία".

Παρά τις επαναλήψεις και τις επανερχόμενες εμμονές του Καζαντζάκη, πράγμα που πιθανόν να κουράζει κάποιους, ο Βραχόκηπος, διακρίνεται για την μαστοριά του λόγου, την δύναμη της εικονοποιίας, την βαθύτητα και την διεισδυτικότητα της σκέψης, την ποιητική αναψηλάφιση των εξωτερικών και εσωτερικών εμπειριών, τηνπροσπάθεια να διακρίνει και να κατανοήσει, πέρα από την ταξιδιωτική και τουριστική αναπαράσταση του ξένου τόπου και της ξένης φυλής, την ουσία αυτής της διαφορετικότητας. Κάποιες φορές ξαφνιάζει...

"Το ταξίδι είχε δώσει τον καρπό του: ένα κόκκινο μήλο γεμάτο στάχτη, και το αγαπούσα. Ηταν ακριβώς όπως το είχα από μακρόν ποθήσει. Το κρατούσα θωπευτικά στο χέρι μου όπως ο θεός στα βυζαντικά κονίσματα κρατά τη κόκκινη σφαίρα, τη γη..."

"Αν σκίσεις την καρδιά μου

θα βρείς τις τρείς χορδές του σαμισέν

σπασμένες"

"Το πρώτο κύμα που σε κυριεύει αντικρύζοντας το Βούδα τούτον, είναι η χαρά που νιώθει ο κολυμβητής όταν σμίγει απλωτά τα χέρια, τεντώνει τα αντικνήμια, ζυγιάζεται μιαν αστραπή στ`ακροδάχτυλα και ρίχνεται στη θάλασσα..."


Νίκου Καζαντζάκη, Ο βραχόκηπος (1936), Μετάφραση Π.Πρεβελάκης (1959-1960) από το γαλλικό πρωτότυπο Le jardin des rochers.

Friday, June 18, 2010



Κεράσια / Μετρήσιμη μονάδα θέρους
Μικροί στρόγγυλοι καρποί ευεξίας
Δροσίζουνε τα μάτια και τη γεύση
Το τραγανό τους σχήμα δονείται στην ένταση του κόκκινου
Το σώμα του καλοκαιριού διαθλάται στην κερασένια σάρκα
Ο λογισμός ολοκαρπώνεται σε άνωση και διαστολή
Ο βίος ευκολύνεται~~~



Thursday, June 10, 2010

Στρατής Βογιατζής, Εσωτερικός κόσμος, μαστιχοχώρια, η έκθεση και το βιβλίο




Στα πλαίσια της Photobiennale/Φωτοσυγκυρία Θεσσαλονίκης με θέμα: Τόπος, επισκέφτηκα την έκθεση του Στρατή Βογιατζή για τα σπίτια στα μαστιχοχώρια της Χίου. Το στήσιμο της έκθεσης και η επιλογή του χώρου ήταν πολύ πετυχημένα. Οι φωτογραφίες κολλούσαν σαν δεύτερο δέρμα στους φθαρμενους τοίχους ενός παλιού Χαμάμ,(Λουτρά Παράδεισος, Bey Hamam ( en.wikipedia.org/wiki/Bey_Hamam ), συνομιλούσαν με την ηχώ των θόλων, με τα μισοσβυσμένα μοτίβα, την ιστορία τόσων χρόνων, την μνήμη του νερού...
Ο χώρος αναδείκνυε τις φωτογραφίες και το αντίστροφο...
-
Στο τέλος της έκθεσης, παρακολουθώ το καλογυρισμένο video κι ακούω τον ίδιο τον φωτογράφο να μιλά για την δουλειά του, το σκεπτικό, τον χρόνο που του πήρε, τους ανθρώπους που συνάντησε, το πως οι εσωτερικοί αυτοί χώροι που κρατούσαν την αισθητική και την μνήμη μιας εποχής κι ενός τρόπου ζωής του υπέδειξαν τον τρόπο που έπρεπε να τους προσεγγίσει...
Οι φωτογραφίες μοιάζουν με πίνακες ζωγραφικούς, που κρύβουν στην φαινομενική τους στατικότητα απίστευτη δυναμική, ενέργεια και συναίσθημα. Δωμάτια-πυρήνες που περικλείουν σιωπές ,ψίθυρους, αρώματα, πνοές, απόηχους... κόγχες μνήμης. Η απουσία ανθρώπινης μορφής δεν αποκλείει την διάχυτη Παρουσία μέσα από τα αντικείμενα και τα χέρια που τα διάλεξαν και τα χησιμοποίησαν, τα έπιπλα και τα σώματα που άφησαν το αποτύπωμά τους πάνω τους, την διάταξη τους, την φθορά τους...


Η απόκτηση του λευκώματος ήταν φυσικά το επόμενο βήμα. Η απόλαυση συνεχίζεται στο σπίτι μου, καθώς ξεφυλίζω το βιβλίο, ξεπηδούν και θροΐζουν εικόνες, λεπτομέρειες, ήχοι, μυρωδιές, αποχρώσεις, σκιές, υφές.... Στο βιβλίο παρατίθεται εισαγωγή του Γιώργου Πίττα, πρόλογος του Δήμου Αβδελιώδη και σημείωμα του φωτογράφου . Οτι καλύτερο έχω δεί και διαβάσει τον τελευταίο καιρό.



"Εισχωρώντας στο εσωτερικό των Ματσιχοχωρίων διείσδυσα σε ένα κόσμο όπου η απλότητα και η παράδοση σφιχταγκαλιασμένες κατά τη διάρκεια τόσων χρόνων έχουν μπολιάσει την εσωτερικότητα κάθε σπιτιού και έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους στα θεμέλια κάθε δωματίου..."


Στρατής Βογιατζής, Εσωτερικός κόσμος, μαστιχοχώρια, εκδ. seppuku, Θεσσαλονίκη 2009.
*
Εξαιρετικό το site του φωτογράφου εδώ:
http://www.stratisvogiatzis.com/projects/inner-world






Sunday, June 6, 2010

Εκείνο ακριβώς το μπλε


Anna Seghers, Εκείνο ακριβώς το μπλε, μτφρ.Γιώργου Δεπάστα, εκδόσεις Αγρα, 2002, σελίδες 131, (Das wirkliche blau, 1967), Επίμετρο της Hélène Roussel + Αναλυτικό Χρονολόγιο.

Ένα χαμηλόφωνο παραμύθι με δοκιμασίες, ένα ταξίδι αναζήτησης που αποδεικνύει την "Δύναμη των αδυνάτων".
«Αγαπούσε το μπλέ του σαν να ήταν το πεπρωμένο του. Και χωρίς αμφιβολία ήταν το πεπρωμένο του. Επρεπε να το ανακαλύψει. Στο τέλος βρίσκει κανείς αυτό που του ανήκει». 29

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου παρακολουθούμε την ήρεμη και φτωχική ζωή του Μεξικανού αγγειοπλάστη Μπενίτο, ο οποίος, μαζί με τη γυναίκα του Λουίζα και τα παιδιά του, επιβιώνει πουλώντας στο παζάρι της γειτονικής πόλης τα κεραμικά του. Κάθε αγγειοπλάστης χρησιμοποιεί ένα συγκεκριμένο χρώμα, κι ο Μπενίτο χρησιμοποιεί ένα πολύ ιδιαίτερο μπλέ που δίνει χαρακτήρα κι ομορφιά στα κεραμικά του κι έχει φανατικούς πελάτες που μοιάζει να σαγηνεύονται από την ιδιαίτερη ποιότητα και την ένταση του συγκεκριμένου μπλέ.
Η ζωή της οικογένειας και η ήρεμη ροή των πραγμάτων αναταράσσεται από ένα γεγονός. Υπάρχει πόλεμος στην Ευρώπη(β`παγκόσμιος) και η εισαγωγή του συγκεκριμένου μπλε από την γερμανική εταιρεία που το παράγει είναι αδύνατη. {Εμεση αναφορά στο μεγάλο φαρμακευτικό τραστ IG-Farben, της οποίας η θυγατρική Hochst παράγει το μπλέ χρώμα. Αυτό το τραστ διαλύθηκε από τους Συμμάχους το 1945 επειδή είχε λάβει μέρος στον αφανισμό των κρατουμένων, καθώς τους εκμεταλευόταν αδίστακτα ως χέρια εργασίας στα εργοστάσιά του που βρίσκονταν κοντά στα στρατόπεδα θανάτου}(σημείωση στο επίμετρο).

Ο Μπενίτο αδυνατεί να καταλάβει ακριβώς, πως γίνεται, ένας πόλεμος στην άλλη μεριά του πλανήτη να επηρεάζει με τέτοιον τρόπο την δική του καθημερινότητα και την επιβίωση της οικογένειας του, καθώς, χωρίς το μπλέ χρώμα θα χάσει όλους του τους πελάτες που τον προτιμάνε ακριβώς γι`αυτό.

Η έλλειψη του μπλε μπορούμε να πούμε ότι σημαίνει: α)ακύρωση της καλλιτεχνικής ιδιότητας και της ικανότητας για έκφραση μέσα από την πρώτη ύλη. β) ακύρωση της ιδιότητας του αγειοπλάστη και κατά συνέπεια της δυνατότητας επιβίωσης μέσα από την πώληση του προϊόντος που παράγει γ) ακύρωση της προσωπικής ευχαρίστησης μέσα από την ενατένιση της ενέργειας αυτού του τόσο ιδιαίτερου μπλε, δ) ακύρωση της ευχαρίστης να παράγει ένα έργο που εκτός από χρηστικό αντικείμενο ευχαριστεί τους άλλους και τους επηρεάζει αισθητικά και ψυχικά ακόμη κι αν δεν μπορούν να το εκφράσουν.

Μετά από παρότρυσνη της θείας Εουσέμπια ξεκινά ένα μακρύ ταξίδι σε αναζήτηση ενός μακρινού ξαδέρφου, του σακάτη Ρουμπέν, ο οποίος χρησιμοποιώντας λαθραία τα περισσεύματα από τις πέτρες ενός μεταλλείου, κατάφερε να βγάλει σε σκόνη αυτό το μαγικό μπλέ.

Παρακολουθούμε κατά πόδας τις περιπέτειες και τις δοκιμασίες του Μπενίτο. Πως ένας φτωχός, αγράμματος, απλοϊκός αγγειοπλάστης που δεν είχε βγεί από τα στενά σύνορα της οικογένειας, του σπιτιού του και της πόλης του καταφέρνει καλύψει μια τόσο μεγάλη απόσταση, να γνωρίσει άγνωστες περιοχές, νοοτροπίες και τρόπους ζωής, να συγχρωτιστεί με αγνώστους και να τους κερδίσει, να δουλέψει περιστασιακά, να δοκιμάσει το ποτό, την υποψία ότι θα μπορούσε να κάνει μια διαφορετική ζωή κάπου αλλού. Πως καταφέρνει με τα πενιχρά του μέσα να φτάσει στον στόχο του και να κερδίσει το μπλέ των ονείρων του.

Ένα ταξίδι «Ανοικείωσης» με στόχο την Οικειοποίηση {εκ νέου , και με τις δικές του δυνάμεις}του ποθητού μπλέ και της δυνατότητας να ορίζει την ζωή του και το πεπρωμένο του. Στο τέλος επανέρχεται η αρχική τάξη, όμως ο ήρωας είναι διπλά κερδισμένος γιατί διαθέτει πλέον, όχι μόνο το μπλε, αλλά και τον πλούτο του ταξιδιού, των εμπειριών και την ορμή της προσπάθειας.

Δεν είναι μόνο θέμα επιβίωσης. Είναι θέμα αισθητικής και σαγήνης, η αναζήτηση του ωραίου, της ποιότητας, του υψηλού στην καθημερινή ζωή. Είναι θέμα του να ξεπερνάς τα στεγανά και τα στενά όρια της γνωστής ζωής σου, ν`αφήσεις για λίγο την ζεστασιά του οικείου και του καθημερινού για να κρατήσεις στα χέρια σου το πολυπόθητο λάφυρο, να υψωθείς πάνω από τα ταπεινά και τα αναγκαία, να αντλήσεις δύναμη από τις πηγές του εαυτού σου κι από τα συναπαντήματα του τυχαίου, να προσφέρεις σαν αντάλλαγμα χρόνο και χώρο από την ζωή σου, κόπο και δουλειά προσωπική. Μια ουτοπία που ενέχει όμως και ταξικά και συγκεκριμένα ιστορικά στοιχεία. Ετσι ο ταπεινός, λαϊκός αγγειοπλάστης, έχει να αντιμετωπίσει όχι μόνο τη δική του φτώχεια αλλά και γεωπολιτικές αιτίες και τις ξένες και εγχώριες εταιρείες, τους άπληστους ιδιοκτήτες μεταλλείων, την αστική τάξη των εμπόρων και με τις αμφίβολες συναλλαγές που έχουν σαν μόνο στόχο το κέρδος. …

Το επίμετρο με την μελέτη της Hélène Roussel (καθηγήτρια στο Βενσεν και το Σαίν Ντενί της Γαλλίας) είναι εξαιρετικό και προσφέρει μια αίσθηση "πληρότητας" με όλες τις πληροφορίες και τις αναλύσεις που δίνει για την ζωή, τις εξορίες, την πολιτική στάση και το έργο της Anna Seghers. Μ`έκανε πραγματικά να ξαναδώ την ιστορία του βιβλίου με άλλο μάτι.


Η Αννα είχε μεταναστεύσει το 1933 από την γερμανία στην Γαλλία. Το 1941 αναχωρεί και πάλι κυνηγημένη από την Μασσαλία μαζί με άλλους διανοούμενους(Λεβι-Στρως, Αντρέ Μπρετόν….) κι αφού δεν γίνεται δεκτή στις ΗΠΑ λόγω των αριστερών πολιτικών πεποιθήσεων, πέρασε από το νησί Ελλις στην Βέρα Κρους. Ετσι το Μεξικό έγινε ο τόπος εξορίας της που όμως τροφοδότησε την φαντασία της, την έμπνευσή της και πολλά από τα βιβλία της με εικόνες και θέματα. Από το 1947 επιστρέφει και ζεί στην ανατολική Γερμανία, γίνεται για πολλά χρόνια πρόεδρος της Ενωσης Συγγραφέων αλλά δεν καταφέρνει να υπερασπιστεί πολλούς συναδέλφους της που καταδικάζονται γιατί δεν ακολουθούν την επίσημη γραμμή του κόμματος. Τη χρονιά που γράφει κι εκδίδει το βιβλίο αυτό η Seghers, ήταν εποχή σκληρότητας και διωγμών. Η συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου μοιάζει να είναι μια μορφή αντίδρασης. Σύμφωνα με την Hélène Roussel "Για τους Γερμανούς αναγνώστες είναι σαφής ο υπαινιγμός: αυτό το μπλε υποδηλώνει το «γαλάζιο λουλούδι» που ονειρεύεται ο ήρωας του μυθιστορήματος(1802) του Νοβάλις, Χάινριχ φον Οφτερντινγκεν, το οποίο στην ολοκλήρωση μιας εσωτερικής αναζήτησης αποδεικνύεται σύμβολο της ποίησης και πιο συγκεκριμένα για τον γερμανικό ρομαντισμό, της πιο υψηλής μορφής της καλλιτεχνικής δημιουργίας….Η Αννα δανείζεται από τον ρομαντισμό τη βασική ιδέα του εσωτερικού ΠΟΘΟΥ, της νοσταλγίας που είναι η βάση όλης της τέχνης και πρέπει να συντηρηθεί σαν μια ιερή φλόγα…"

«Με τη σκέψη αυτή αποκοιμήθηκε. Συνέχισε να ταξιδεύει στο όνειρό του όλο και πιο βαθιά στα βουνά, που άλλα ήταν δασωμένα κι άλλα γυμνά….Απίστευτη ελπίδα, τέτοια που ποτέ στη ζωή του δεν είχε νιώσει, τον γέμισε….η ελπίδα ήταν πολύ έντονη για να την αντέξει…κοίταξε τα ήρεμα μάτια του μουλαριού, όπου δεν διάβασε απογοήτευση ούτε ελπίδα, μόνο ακούραστη υπομονή….μέσα από κάθε άνοιγμα στα δίχτυα, ακτινοβολούσε από τα φρεσκοψημένα πιατικά το μπλε, που ξαφνικά του το είχαν στερήσει.» 65-66
Η ενασχόλησή μου με το μπλε της Anna Seghers μου θύμισε δυο άλλα πολύ ιδιαίτερα μπλε:

-το "ηλεκτρικό" μπλε του Yves Klein που πήρε τον κωδικό The International Klein Blue (ΙΚΒ)


-το μπλε του Χουαν Μιρο στους πίνακές του με τον τίτλο Βlue Ι. ΙΙ. ΙΙΙ. για το οποίο αναρωτιώταν στα ημερολόγια του αν ήταν πράγματι αυτό το μπλε των ονείρων του.




Thursday, June 3, 2010

Η κουλτούρα του φαγητού...




Nicole Mones, Ο τελευταίος Κινέζος σεφ, Μελάνι 2008, Μετάφραση Μυρσίνη Γκανά, σελ 413 (μυθιστόρημα).


Μέσα από την προσωπική ιστορία αναζήτησης μιας Αμερικανίδας στη Κίνα και την γνωριμία και επαφή της μ`έναν κινέζο σεφ, σκιαγραφούνται οι βάσεις, οι κατευθύνσεις και οι τονισμοί της κινέζικης γαστρονομίας και της κουλτούρας του φαγητού.

Μια Αμερικανίδα αρθρογράφος γευσιγνωσίας , η σαραντάρα, χήρα Μάγκι ΜακΕλρόι, πηγαίνει στην Κίνα για δύο λόγους. 1) Να αναζητήσει την αλήθεια για μια καταγγελία πατρότητας σε βάρος του νεκρού άντρα της, απ`ότι φαίνεται είχε παράνομο δεσμό και παιδί στην χώρα. 2) Να πάρει συνέντευξη από έναν κινέζο σεφ, απόγονο μιας γενιάς αυτοκρατορικών σεφ, για να την δημοσιεύσει στο περιοδικό που εργάζεται. Αυτοί είναι οι δύο κινητήριοι μοχλοί που κάνουν την πλοκή να κινείται και ν`αρθρώνεται. Από κει και πέρα έχουμε διάφορες παρένθετες ιστορίες κι εμβόλιμες φωνές: ένας διαγωνισμός μαγειρικής, η ζωή του κινέζου σεφ και η σχέση του με την παράδοση, τους θείους του και τον πατέρα του, η παράδοση της αυτοκρατορικής κουζίνας και τα εμβόλιμα κομμάτια από ένα (φανταστικό)βιβλίο ιστορίας και τεχνικής της κινέζικης μαγειρικής, η αμερικάνικη παροικία και οι σχέσεις της με τους γηγενείς, η οικογένεια και οι δομές στην σύγχρονη κινέζικη κοινωνία...

Η αφηγήτρια κάνει ουσιαστικά ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Ζυγίζει το παρελθόν και το μέλλον της, δεν θέλει ν`αφήσει σκιές και ασάφειες πάνω σε ότι έχει ζήσει ως τώρα. Αφήνεται στις νέες γεύσεις μιας διαφορετικής κουζίνας κι ενός διαφορετικού πολιτισμού κι αφήνει μια νέα σχέση να διαπεράσει τα σύνορα της μόνωσης και του πένθους.. Μαθαίνει κι αφήνεται.

Χωρίς να είναι κάτι εξαιρετικό, είναι ένα ευχάριστο ανάγνωσμα για όλες τις ώρες. Τέρπει την φαντασία και δίνει σημαντικές πληροφορίες για την αισθητική, τις δομές και τις ιδιαιτερότητες της κινέζικης κουλτούρας για το φαγητό και την γαστρονομία, αλλά και για πλευρές της κοινωνικής ζωής, του πολιτισμού και της ιστορίας της Κίνας. Βέβαια κάποιες φορές το αληθινό μοιάζει αληθοφανές ή σχεδόν σκηνοθετημένο, κυρίως σε ότι έχει να κάνει με την παράλληλη προσωπική ιστορία της ηρωίδας. Σε κάποια σημεία θυμίζει αμερικάνικη ταινία. Αλλά γενικά είναι απολαυστικό και μπορεί να σου ανοίξει την όρεξη και να σε ωθήσει στην κουζίνα για πρακτική.

-----------------------------

« Δάγκωσε άλλο ένα κομμάτι κοτόπουλο, χυμώδες, μαλακό, άψογο. Την έκανε να λιώνει, την παρηγορούσε. Της έδινε μια στέγη πάνω από το κεφάλι της και μια ζεστασιά γύρω της που την έκανε να νιώθει ότι , αν και η αγωνία της ήταν ακόμη εκεί μαζί της, ήταν, για λίγο, κάτι που μπορούσε να αντέξει. Έκλεισε τα μάτια της απολαμβάνοντας την ανακούφιση….»122

«Έχουμε τα κλασικά ιδεώδη σχετικά με τη γεύση και την υφή…
Τέχνασμα. Ψευδαίσθηση. Το φαγητό πρέπει να είναι κάτι παραπάνω από απλή τροφή. Θα πρέπει να προκαλεί και να εξιτάρει το μυαλό. Έχουμε πολλά πιάτα που φτάνουν στο τραπέζι μοιάζοντας με κάτι και αποδεικνύεται πως είναι κάτι άλλο….Προσπαθούμε να ξεγελάσουμε για μια στιγμή αυτόν που τρώει. Αυτό προσθέτει ένα διανοητικό παιχνίδι στο γεύμα….
Πες το θέατρο. Τα πάντα στη κινέζικη κοινωνία έχουν να κάνουν με το θέατρο. Όχι μόνο το φαγητό. Υπάρχει επίσης η θεραπευτική προσέγγιση. Χρησιμοποιούμε το φαγητό για καλύτερη υγεία…Πιστεύουμε πως κάθε συστατικό διαθέτει ορισμένες αρετές –θερμό, ψυχρό, ξηρό. Υγρό, ξινό, καυτερό, πικρό, γλυκό κτλ. Και πιστεύουμε ότι πολλά προβλήματα οφείλονται στο ότι αυτά τα στοιχεία δεν βρίσκονται σε ισορροπία. …» σελ 61





*Στο τέλος υπάρχει σημείωμα της συγγραφέως που μιλά για την ζωή της στην Κίνα και τις δουλειές που έκανε εκεί. διευκρινίζει ότι ο τελευταίος Κινέζος σεφ είναι έργο μυθοπλασίας. Ευχαριστεί τους ανθρώπους που την βοήθησαν να καταλάβει την κινέζική κουζίνα, σεφ και μη, και παραθέτει κάποια βασικά βιβλία που συμβουλεύτηκε.

http://nicolemones.com/index.php

http://calitreview.com/227

http://www.kqed.org/arts/programs/writersblock/episode.jsp?essid=16980

Wednesday, June 2, 2010

Το μπλέ δωμάτιο


Georges Simenon, Το μπλέ δωμάτιο, μετάφραση Α. Μακάρωφ, Αγρα 2003, 210 σελίδες
(La chambre bleue, 1964).
-Επίμετρο 1, Γράμματα επώνυμων αναγνωστών προς τον Σιμενόν(Μαξ Ζακόμπ, Αντρέ Ζίντ, Χένρυ Μίλλερ, Φ. Φελλίνι κ.α.)
-Επίμετρο 2, Βιογραφία του συγγραφέα.


"Το δωμάτιο ήταν μπλε, μπλε λουλακί, είχε σκεφτεί μια μέρα ένα λουλακί πού του θύμιζε τα παιδικά του χρόνια και τα μικρά σακουλάκια από εταμίνα γεμάτα με μπλε σκόνη πού ή μητέρα του τα διέλυε στη σκάφη της μπουγάδας πριν από το τελευταίο ξέβγαλμα των ασπρόρουχων, πριν πάει να τ’ απλώσει στα γυαλιστερά χόρτα του αγρού. Θα πρέπει να ήταν πέντε ή έξι χρονών τότε, και αναρωτιόταν τί θαύμα γινόταν και το λουλακί χρώμα μπορούσε κι έκανε τα ρούχα πιο λευκά.

Αργότερα, πολύ μετά το θάνατο της μητέρας του, το πρόσωπο της οποίας είχε αρχίσει να ξεθωριάζει στη μνήμη του, είχε αναρωτηθεί επίσης γιατί οι άνθρωποι πού ήταν τόσο φτωχοί όπως και οι ίδιοι, ντυμένοι με μπαλωμένα ρούχα, έδιναν τόση σημασία στη λευκότητα των ασπρόρουχων". σελ 10-11

Κεντρικός ήρωας, ο Τόνυ Φαλκόνε, ιταλικής καταγωγής, που κατηγορείται και ανακρίνεται για τον προσχεδιασμένο θάνατο της γυναίκας του Ζιζέλ με αρσενικό, σε αντιπαράθεση με την ερωμένη του Αντρέ Ντεσπιέρ η οποία φαίνεται ότι σκότωσε από την μεριά της τον σύζυγό της. Στα μάτια της μικρής κλειστής κοινωνίας και των διωκτικών αρχών φαίνεται πως έχουμε μια συνωμοσία, ένα διπλό οργανωμένο έγκλημα από τους δύο εραστές με σκοπό να απελευθερωθούν από τα δεσμά των γάμων τους για να ζήσουν ανενόχλητοι τον έρωτά τους. Είναι όμως πράγματι αυτή η αλήθεια;

Ο Σιμενόν μας δίνει τα στοιχεία διαδοχικά και με επιβράδυνση, άλλοτε σαν μέρος της ανάκρισης κι άλλοτε σαν σιωπηλές, ιδιωτικές αναμνήσεις του ήρωα. Μοιάζει σαν ένας ιστός από γεγονότα, σκέψεις κι αισθήματα που ξεκινά να ξετυλίγεται με αφετηρία και κέντρο το μπλέ δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, στο οποίο έλαβε χώρα η τελευταία ερωτική συνεύρεση των δύο εραστών.


Δυνατή πλοκή με αναπάντεχα κι αποκαλύψεις και ψυχογραφική ανάλυση των χαρακτήρων χαρακτηρίζουν και αυτό το μυθιστόρημα του Σιμενόν. Σκιαγραφούνται με οικονομία οι άνθρωποι, οι προθέσεις τους, οι ενδόμυχες σκέψεις τους, οι αντιδράσεις τους...χωρίς όμως τίποτα να είναι στατικό και παγιωμένο, όλα επιδέχονται μια δεύτερη ανάγνωση, όλα είναι θέμα οπτικής γωνίας. Στο τέλος βλέπουμε ότι το περίγραμμα πραγματικότητας που σχεδιάζεται δεν είναι και τόσο ακριβές, μοιάζει πιο πολύ με έλευθερο και γρήγορο σκίτσο παρά με τελειωμένη ζωγραφική αναπαράσταση. Μας βάζει σαν αναγνώστες στο κυνήγι της αλήθειας. Δεν λείπουν τα "σχόλια" πάνω στην κοινωνία, την ψυχολογία της μάζας-αγέλης και τις τακτικές του τύπου.


Για μια ακόμη φορά βρισκόμαστε στο μυαλό του ήρωα-παραβάτη-εγκληματία που αντιμετωπίζει τον ίδιο του τον εαυτό και στέκεται απελπιστικά μόνος του απέναντι σε ολόκληρη την κοινωνία. Διατηρούμε μέχρι το τέλος αμφιβολίες για τις προθέσεις του και για το αν πράγματι είναι ένοχος. Πως περναμε στην "άλλη πλευρά";

Εχουμε μια ασφυκτική, μικρή κοινωνία που όλα τα γνωρίζει, τα σχολιάζει και φυσικά βγάζει την ετυμηγορία της αμέσως. Μια μικρή κοινωνία φαινομενικά φιλήσυχη, αλλά και καχύποπτη, που έχει ανάγκη από δολοφόνους και συνωμοσίες, που είναι έτοιμη να κατασπαράξει αυτούς που θεωρεί ενόχους ακόμη κι αν δεν έχει αρκετές αποδείξεις.

-----------------------------

"Υπήρχε κάποια αλήθεια που την αισθανόταν συγκεχυμένα αλλά ήταν ανίκανος να την εκφράσει. Του φαινόταν πως έγβαινε από τις φράσεις που είχαν ειπωθεί στις 2 Αυγούστου, αυτή την περίφημη 2α Αυγούστου, που είχε ζήσει τόσο άδολα, χωρίς να διανοηθεί ότι θα συζητιόταν τόσο και ότι οι εφημερίδες θα την έκαναν πρωτοσέλιδο. Ο ανταποκριτής μιας μεγάλης παριζιάνικης εφμερίδας θα διατύπωνε μάλιστα πρώτος έναν τίτλο που θα τον χρησιμοποιούσαν κατόπιν όλοι οι συνάδελφοί του: Αχαλίνωτοι Εραστές*.
-Θα σου άρεσε να περάσεις όλη σου τη ζωή μαζί μου;
Είχε απαντήσει: Σίγουρα.
Δεν το αρνιόταν. Ο ίδιος είχε μεταφέρει αυτόν τον διάλογο στον ανακριτή. Αλλά το σημαντικό ήταν το ύφος. Μιλούσε χωρίς να πιστεύει αυτά που έλεγε. Δεν ήταν πραγματικά, Μέσα στο μπλέ δωμάτιο τίποτα δεν ήταν πραγματικό. Η μάλλον επρόκειτο για μια διαφορετική πραγματικότητα, αδιανόητη οπουδήποτε αλλού". σελ.89


"Επί δύο βδομάδες έπαιζαν το ίδιο παιχνίδι. Ο κόσμος ξεσηκωμένος από τον Τύπο, είχε στραφεί εναντίον του και απειλούσε ότι θα του κάνει κακό...
Του είχε συμβεί να δεί σε περιοδικά και στα επίκαιρα στον κινηματογράφο, κατηγορούμενους να τους προστατεύουν αστυνομικές δυνάμεις την ώρα που διέσχιζαν το πλήθος....
Τώρα είχε ό ίδιος αυτόν τον ρόλο με τη διαφορά ότι δεν σκέπαζε το πρόσωπό του. Να είχε άραγε κι εκείνος, όπως οι άλλοι, το βλέμμα κάποιου που δεν ανήκει πλέον στην κοινωνία των ανθρώπων και αναρωτιέται γιατί;" σελ 132


"Ομολόγησε πως το ήξερες, πως δεν περίμενες να τις ξαναβρείς ζωντανές! Καργιόλη μετανάστη! Κάθαρμα". σελ184


Notice bibliographique :

*Στο αυτόγραφο χειρόγραφο του συγγραφέα διακρίνονται δύο τίτλοι: 1)Το μπλε δωμάτιο 2)Οι αχαλίνωτοι εραστές. Προτιμήθηκε ο πρώτος τίτλος.