Friday, December 17, 2010

My hart, imprisoned in a hopeless Ile ~ Must passe by ayre, or else dye in exile

My hart, imprisoned in a hopeless Ile,
Peopled with Armies of pale iealous eyes,
The shores beset with thousand secret spyes,
Must passe by ayre, or else dye in exile.
He framd him wings with feathers of his thought,
Which by theyr nature learn'd to mount the skye;
And with the same he practised to flye,
Till he himself thys Eagles art had taught.
Thus soring still, not looking once below,
So neere thyne eyes celesteall sunne aspyred,
That with the rayes his wafting pyneons fired:
Thus was the wanton cause of his owne woe.
Downe fell he, in thy Beauties Ocean drenched,
Yet there he burnes in fire thats neuer quenched

DRAYTON , (ideas mirrour)AMOUR 22

http://www.gutenberg.org/ebooks/17873

Monday, November 29, 2010

Jonathan Littell, Ευμενίδες

Jonathan Littell, Ευμενίδες, μτφρ. Αγγελος Φιλιππάτος, Λιβάνη 2008, σελ 951
Jonathan Littell, Les bienveillantes, 2006 / The Kindly Ones(στην αγγλική μετάφραση)
Κέρδισε το μεγάλο βραβείο μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας καθώς και το βραβείο Goncourt το 2006.
Υπάρχει αφιέρωση στην αρχή του βιβλίου: Στους νεκρούς.

Ο συγγραφέας έχει δηλώσει ότι έχει δουλέψει πολλά χρόνια για τη συγγραφή του βιβλίου ψάχνοντας σε αρχεία, μαρτυρίες, ντοκουμέντα, ταινίες, ιστορικές έρευνες, στρατιωτικά και διοικητικά έγγραφα, και έχοντας ταξιδέψει για επιτόπια έρευνα σε αρκετές χώρες. Ο τίτλος παραπέπμει στην ομώνυμη τραγωδία του Αισχύλου και στο δίπολο Ερινύες-Ευμενίδες, στις έννοιες έγκλημα-τιμωρία, τύψεις-καθαρμός, σκληρότητα-επιείκια, δίκαιο-άδικο.

Ακολουθώντας την δομή μιας σουίτας του Μπάχ ή των μουσικών έργων για κλαβεσάν του Rameau και του Couperan, αγαπημένων συνθετών του αφηγητή, χωρίζει το βιβλίο σε εφτά μέρη: μετά την εισαγωγική toccata ακολουθούν έξι ρυθμοί/χοροί (allemande I, II, courante, sarabande, menuet en rondeaux, air, gigue) συνθέτοντας έναν μακάβριο χορευτικό κύκλο. Εκτός από το πρώτο κεφάλαιο, σε όλα τα υπόλοιπα ακουλουθείται αυστηρή χρονολογική σειρά στην αφήγηση των "ιστορικών" γεγονότων, με κάποια πισογυρίσματα που αφορούν μόνο τη προσωπική ζωή και τη παιδική ηλικία του ήρωα.

1.Toccata (13-36): δεκατία του εδομήντα, ο αφηγητής μας πληροφορεί για το παρόν, δουλεύει σ΄ένα εργοστάσιο παραγωγής δαντέλας στη βόρεια Γαλλία, πιθανόν στο Καλέ όπου ανθούσε για πολλά χρόνια η βιοτεχνία του υφάσματος. Ζεί μια ήρεμη και ταχτοποιημένη ζωή, με τη γυναίκα και τα δίδυμα παιδιά του, χωρίς να τον συνδέει κάποια ιδιαίτερη σχέση αγάπης μαζί τους. Παράλληλα μας πληροφορεί για το παρελθόν του και τον ρόλο του στη ναζιστική Γερμανία ως μέλος των Einsatzgruppen(τάγματα θανάτου, SS, Gestapo, Kripo, SD που ακολουθούσαν και συνεργάζονταν με την Wehrmacht/ένοπλες δυνάμεις).Μας παρουσιάζει τον σκοπό της συγγραφής, που είναι η αφήγηση της ιστορίας του κατά τον πόλεμο χωρίς να ζητά να απολογηθεί ή να αποδώσει ευθύνες. Είναι καλό, όταν κάποιος καταφέρει να τελειώσει την ανάγνωση των 950 σελίδων, να επιστρέψει και να ξαναδιαβάσει αυτό το πρώτο κεφάλαιο, όπου ο αφηγητής δίνει τις δικές του εξηγήσεις όταν όλα έχουν τελειώσει.

"Frères humains, laissez-moi vous raconter comment ça s`est passé...il`s`agit d`une sombre histoire, mais édifiante aussi, un veritable conte moral..."
"Αδέρφια μου, συνάνθρωποί μοι, επιτρέψτε μου να σας αφηγηθώ πως συνέβησαν όλα. Δεν είμαστε αδέρφια σου και δε θέλουμε να τα μάθουμε, θα μου απαντήσετε. Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για μια δραματική αλλά εποικοδομητική ιστορία, για ένα πραγματικό παραμύθι με ηθικό δίδαγμα, σας διαβεβαιώνω...Εξάλλου σας αφορούν: θα δείτε ότι σας αφορούν. Μη νομίζετε ότι θα προσπαθήσω να σας πείσω για οτιδήποτε... "

"Αν έπειτα από τόσα χρόνια αποφάσισα να γράψω την ιστορία μου, είναι για να βάλω σε μια σειρά όσα έγιναν, όχι για σας, αλλά για μένα....Μετά τον πόλεμο έζησα διακριτικά. Δόξα τω θεώ, δε χρειάστηκε ποτέ, όπως έκαναν μερικοί πρώην συνάδελφοί μου, να γράψω τα απομνημονεύματά μου για να δικαιολογηθώ, επειδή δε χρειάζεται να δικαιολογήσω τίποτα.... Δε μετανιώνω για τίποτα: έκανα τη δουλειά μου, αυτό είναι όλο....
Εξάλου οι άνθρωποι ξεχνούν γρήγορα. Το διαπιστώνω καθημερινά. Ακόμη και όσοι έξησαν τον πόλεμο, αναφέρονται σχεδόν πάντα σ`αυτόν χρησιμοποιώντας στερεότυπες σκέψεις και φράσεις.... ένας σάπιος συναισθηματισμός, μια νεκρή, αποκρουστική γλώσσα."

"Εδώ και πολλά χρόνια η σκέψη του θανάτου είναι πιο κοντά μου και απο τη φλέβα του λαιμού μου, όπως αναφέρει η τόσο όμορφη φράση του Κορανίου"

"...αυτό που έλεγε ο Σοφοκλής: Αυτό που περισσότερο απ`όλα πρέπει να προτιμάς, είναι να μην είχες γεννηθεί. Εξάλλου, και ο Σοπενχάουερ έχει γράψει περίπου το ίδιο: θα ήταν προτιμότερο να μην υπήρχε τίποτα. Καθώς στη Γη υπάρχει περισσότερος πόνος παρά ευχαρίστηση...η αγωνία του ζώου που το κατασπαράζουν είναι μεγαλύτερη από την ευχαρίστηση αυτού που το κατσπαράζει".


2.Allemand I,II(37-332): ακολουθούμε τον αφηγητή-πρωταγωνιστή, τον δόκτωρ Μαξιμίλιαν Άουε, στο ανατολικό μέτωπο του πολέμου, στην Ουκρανία, την Κριμαία και τον Καύκασο. Παρακολουθούμε τη ωμή σφαγή χιλιάδων Εβραίων και Μπολσεβίκων. Αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε τις διαμάχες και τις κόντρες ανάμεσα στα διάφορα στρατιωτικά σώματα και τάξεις. Γινόμαστε μάρτυρες μιας σκληρής διαμάχης στους κόλπους της γερμανικής γραφειοκρατίας (με γλωσσολογικά και ανθρωπολογικά επιχειρήματα)για το αν μια ξεχασμένη φυλή του Καυκάσου είναι όντως εβραϊκή ή όχι και για την τύχη που θα πρέπει να τις επιφυλάξουν οι Γερμανοί. Το κεφάλαιο τελειώνει με την δυσμενή μετάθεση του αφηγητή στο Στάλιγκραντ.

3. Courante (333-420): Η πολιορκία του Στάλιγκραντ. Τα σημάδια της αδυναμίας. Ο διάλογος με τον μπολσεβίκο αιχάλωτο για τις διαφορές και τις ομοιότητες του εθνικοσοσιαλισμού και του σοσιαλισμού. Ο τραυματισμός του αφηγητή από σφαίρα στο κεφάλι και η σωτηρία του από θαύμα. Εξαιρετικές οι σελίδες της παραληρηματικής περιπλάνησης στον ονειρικό κόσμο κατά την διάρκεια της ανάρρωσης, στα ρύματα κάτω από την παγωμένη επιφάνεια του ποταμού, στο ονειρικό αερόστατο, στις λευκές χιονισμένες κοιλάδες, με πρωταγωνίστρια την δίδυμη αδερφή του ήρωα.

4.Sarabante (421-520): Ο Μαξ Άουε αναρρώνει από το τραύμα του, παρασημοφορείται σαν ήρωας και προάγεται. Περνά κάποιο διάστημα στη Γαλλία, βρίσκει παλιούς φίλους και επισκέπτεται την μητέρα του και τον πατριό του στην Αντίμπ, με τους οποίους δεν είχε ιδιαίτερα καλές σχέχεις. Οι γονείς του δολοφονούνται άγρια. Δεν γνωρίζουμε (ούτε οι αναγνώστες ούτε ο ήρωας ) αν ήταν αυτός ο δράστης του φριχτού εγκλήματος. Φεύγει σαν κυνηγημένος κι επιστρέφει γρήγορα στο Βερολίνο.

5.Menuet en rondeaux (521-834): αποτελεί το μεγαλύτερο κεφάλαιο του βιβλίου. Ο Μαξ Άουε προωθείται από κάποιους υψηλά ιστάμενους και αναβαθμίζεται. Εργάζεται στο πλευρό του Heinrich Himmler. Παρακολουθούμε εκ των έσω πρόσωπα, χαρακτήρες, προσωπικές φιλοδοξίες, αντικρουόμενες ιδεολογίες, διαπλοκές (Himmler, Eichmann, Rudolf Höß, Speer). Η γερμανική γραφειοκρατία και η τελική λύση, το δίλημμα: εξόντωση όλων των Εβραίων ή χρησιμοποίησή τους ως εργατικό δυναμικό στη πολεμική βιομηχανία της Γερμανίας. Επίσκεψη στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οργάνωση και συνθήκες κράτησης. Επιχείρηση στην Ουγγαρία. Παραληρηματικός πυρετός, μονόλογοι για την ευθύνη/γνώση των απλών ανθρώπων-ενοχές. Συνεχόμενοι βομβαρδισμοί στο Βερολίνο, ήττες, πτώση του ηθικού, πραξικόπημα εναντίον του Χίτλερ, εσπευσμένη εκκένωση του Αουσβιτς από φόβο να μην πέσει στα χέρια των Ρώσων. Αστυνομικοί τον κατηγορούν για τον φόνο της μητέρας του και του πατριού του.


6. Air (835-880): Ο ήρωας περνά μερικές εβδομάδες μακριά από το βομβαρδιζόμενο Βερολίνο και τα πεδία των μαχών, στο έρημο σπίτι της αδερφής του, στη Πομεναρία (περιοχή στις ακτές της Βαλτικής που μοιράζεται στη Γερμανία και τη Πολωνία). Χάνει την αίσθηση του χρόνου και της πραγματικότητας, βυθίζεται σε μια ονειρική διάσταση, αφήνεται στα πάθη του και την αιμομικτική εμμονή του για την αδερφή του Ούνα. Άκρατος ερωτισμός και παραλήρημα, σεξουαλική υπερδιέγερση και καταβύθιση στο φαντασιακό βυθό, χίμαιρες και φαντάσματα.


7.Gιgue (881-939): προέλαση των Ρώσων, περιπετειώδης φυγή από το κτήμα της αδερφής του, επιστροφή σ`ένα κατεστραμένο και καιόμενο Βερολίνο όπου επικρατεί το χάος και η αναρχία λίγο πριν το τέλος. Αποκτήνωση.
Την ώρα που μπαίνουν τα ρώσικα τανκς στη πόλη, οι παλιοί λογαριασμοί μοιάζουν να ξεκαθαρίζουν μέσα στη ¨θεατρική σκηνή" του κατεστραμένου ζωολογικού κήπου. Οι δύο αστυνομικοί που τον κατατρέχουν σαν ερινύες καιρό τώρα για τον φόνο των γονιών του σκοτώνονται από ελεύθερα πυρά, ενώ ο Αουε δεν διστάζει να σκοτώσει τον καλύτερο φίλο του, που του είχε σταθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια, προκείμενου ν`αφήσει τη δική του ταυτότητα στη τσέπη του φίλου του και να καρπωθεί μια νέα, ψεύτικη γαλλική ταυτότητα ώστε να μπορέσει να διασωθεί και να περάσει ατιμώρητος στη Γαλλία. Εχει πλέον ξεκαθαρίσει με το παρελθόν του (τελευταία φράση: "οι ευμενίδες ξαναβρήκαν τα ίχνη μου").


Ο 'Ηρωας

Ο ήρωας-αφηγητής έχει κάποιες ιδιαιτερότητες (μερικές από τις οποίες μοιάζει να ικανοποιούν κάποια κλισέ και στερότυπα για τους ναζί). Είναι διανοούμενος, νομικός και γνώστης της λογοτεχνίας (συχνές λογοτεχνικές αναφορές πχ Σταντάλ, Μπλανσό, Φλωμπέρ, αλλά και σύνδεση με τους Brasillach et Rebatet). Μιλά γαλλικά, λατινικά και αρχαία ελληνικά. Αγαπά με πάθος τη μουσική. Δεν μπορεί να αποδεχτεί την εγκατάλειψη από τον πατέρα του. Είναι ομοφυλόφιλος, αιμομίκτης (από τη σχέση του με την αδερφή του αποκτά δίδυμα) και μητροκτόνος(γεγονός που δεν επιβεβαίωνεται αλλά υπονοείται). Η ζωή του και ο χαρακτήρας του πράγματι θα μπορούσαν να δώσουν υλικό για μια τραγωδία. Εκτός από τον τίτλο, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε κι αλλους παραλληλισμούς με την τριλογία του του Αισχύλου Ορέστεια: Ο Ορέστης σκοτώνει την μητέρα του για να εκδικηθεί την δολοφονία του πατέρα του. Ο Μαξ Αουε κατηγορεί την μητέρα του για την φυγή του πατέρα του και την κήρυξή του ως αποθανόντα μετά την εξαφάνισή του. Επιστρέφει μετά από χρόνια στο πατρικό σπίτι και ακολουθεί η δολοφονία της μητέρας του και του πατριού του με τσεκούρι, χωρίς να περιγράφεται η σκηνή. Αυτοδικία και "απόδοση δικαιοσύνης".

Ο ίδιος ο συγγραφέας δηλώνει για τον ήρωά του ότι διάλεξε το όνομα τυχαία, μέσα από μια μεγάλη συγκεντρωτική λίστα ονομάτων, επειδή του άρεσε η ιδέα για ένα όνομα που να μην περιέχει σύμφωνα: Άουε. Και μάλιστα αναφέρει ότι μετά την έκδοση του έργου έλαβε ένα γράμμα από κάποιον στην Αμερική που είχε ακριβώς το ίδιο όνομα Maximilien Aue.
Conférence du 24 avril 2007, De l'abjection à la banalité de mal, ENS /
Table ronde autour de "Les bienveillantes" de Jonathan Littell
http://www.diffusion.ens.fr/index.php?res=conf&idconf=1726 :


*
Πρόκειται για "επικό έργο", έναν λογοτεχνικό άθλο, όχι μόνο για το μέγεθος αλλά και για όλη την έρευνα, τη σχολαστικότητα και την απίστευτη δουλειά που κρύβεται πίσω από κάθε σελίδα. Εχει στοιχεία από λογοτεχνικά απομνημενεύματα και αυτοβιογραφία. Σε κάθε σκηνή καταλαβαίνουμε το αποτύπωμα της ιστορίας και της πραγματικής πραγματικότητας να συμπιέζουν τη μεμβράνη της λογοτεχνικότητας. Σε κάποιες στιγμές έχουμε απρόσωπη, αποστασιοποιημένη αφήγηση, με λεπτομερή παράθεση στοιχείων και ντοκουμέντων που θυμίζει ντοκιμαντέρ. Σε κάποια άλλα σημεία η αφήγηση χρωματίζεται απο συναισθήματα, σωματοποιείται η φρίκη και η τρέλα μέσα από τα συμπτώματα της υγείας του ήρωα. Η ατμόσφαιρα και η "αίσθηση" της εποχής αναπαριστάται ανάγλυφα από μικρές χαρακτηριστικές λεπτομέρεις. Μέσα από ένα λογοτεχνικό έργο όπου οι φανταστικοί ήρωες συγκατοικούν και συνομιλούν με υπαρκτά ιστορικά πρόσωπα, ξαναδιαβάζουμε και κατανοούμε την ιστορία από μια ιδιαίτερη οπτική. Γνωρίζουμε τη ναζιστική απολυταρχία και θηριωδία εκ των έσω, μέσα από τα ίδια τα γρανάζια του μηχανισμού της.
Από συνέντευξη στη Wall Street Journal:
"How difficult was it to focus on the death squads in the Ukraine and various concentration camps? When you write, you don't think about the content, you think about the sentences, the grammar, the syntax, the rhythm. It's like a painter. Hieronymus Bosch was able to paint Hell by thinking how this black would go with that red. It's the same with writing."

Το μυθιστόρημα εχει παραλληλιστεί από μερίδα κριτικών με "έργα-ποταμούς" μεγάλων, κλασικών συγγραφέων πχ Δάντης, Τολστόη, Ουγκώ, Ντοστογιέφσκι. Από άλλη μερίδα κριτικών έχει κατακριθεί με έντονο τρόπο πχ "πορνογραφία του ολοκαυτώματος", "ο σκοπός του είναι απλά να σοκάρει".


(Pope's screaming head, Francis Bacon)
*
Η προσωπική μου γνώμη, όμως, είναι το μέγεθος του βιβλίου, σε συνδυασμό με το θέμα, μπορεί να δρά αποτρεπτικά προς τους επίδοξους αναγνώστες. Στην διάρκεια της ανάγνωσης ένοιωσα συχνά έντονη κούραση καθώς και την επιθυμία να το παρατήσω. Χρειάστηκε να επιμείνω αρκετά και να πιέσω τον εαυτό μου για να το τελειώσει. Νομίζω ότι πολλές λεπτομέρειες θα μπορούσαν να λείπουν και ο όγκος του βιβλίου να συμπυκνωθεί στο μισό. Επίσης, είναι ιδιαίτερα κουραστική η συνεχής αναφορά στους στρατιωτικούς βαθμούς, τους τεχνικούς όρους και τις υπηρεσίες της γερμανικής γραφειοκρατίας και μάλιστα στη γερμανική γλώσσα.

*
Το θέμα είναι ιδιαίτερα λεπτό. Ο ήρωας φέρεται να μην έχει μετανοιώσει για τίποτα. Εκτελούσε απλά διαταγές. Ηταν αναγκασμένος να συμμετέχει, είτε απλά με τη παρουσία του είτε έμπρακτα, στο "σφαγείο" του ναζισμού:
"σε καιρό πολέμου ο πολίτης χάνει ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματά του, το δικαίωμα να ζεί...αλλά σπάνια επισημαίνουν ότι ο πολίτης χάνει ταυτόχρονα ένα ακόμη δικαίωμα...το δικαίωμα να μην σκοτώνει...Στις περισσότερες περιπτώσεις, ένας άντρας που στέκεται όρθιος πάνω από έναν ομαδικό τάφο δεν έχει ζητήσει να βρίσκεται εκεί πιο πολύ από κάποιον που, νεκρός ή ετοιμοθάνατος, κείται στο βάθος του τάφου"... Βέβαια, αυτός που βρίσκεται στο βάθος του τάφου δεν έχει καμία δυνατότητα επιλογής ή διαφυγής, ενώ ο δήμιος, αν νοιώσει τη βοή του ανθρωπισμού μέσα του, μπορεί να επιλέξει να παρακούσει τις εντολές (επισύροντας βέβαια κάποια ποινή για την ανυπακοή του).

Επίσης τίθεται το θέμα της "κοινοτοπίας του κακού"(όπως το είχε θέσει η Χάνα Άρεντ με αφορμή τη δίκη του Αιχμαν). (Αλλωστε σ`ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου δεν παύει να μιλά για μετριότατη, άχρωμη προσωπικότητα του Άιχμαν).

"Ο Μάιστερ Εκχαρτ έχει γράψει: Ενας άγγελος στη Κόλαση πετάει μέσα στο δικό του μικρό σύννεφο του Παραδείσου. Πάντα σκεφτόμουν ότι και το αντίθετο είναι αληθινό, ότι ένας δαίμονας στο Παράδεισο πετάει μέσα στο δικό του μικρό σύννεφο της κόλασης.
Όμως δε πιστεύω ότι είμαι ένας δαίμονας....
Είμαι ένας άνθρωπος όπως οι άλλοι, είμαι ένας άνθρωπος όπως εσείς.
"

Αυτό που τον ενδιαφέρει δεν μόνο η συγκεκριμένη περίπτωση (ναζιστική θηριωδία, γενοκτονία των Εβραίων)αλλά κάθε παρόμοια μορφή οραγνωμένης θηριωδίας πχ Ρουάντα, Κονγκό, Τσετσενία...
« j'aurais pu prendre des exemples plus récents que j'ai vécus de près, au Congo, au Rwanda, en Tchétchénie. Mais j'ai pris les nazis pour prendre un cas de figure où le lecteur ne pourra pas se défausser en prétextant que “Ah ! ce sont des Noirs ou des Chinois”. Il fallait ancrer ce récit chez des gens comme nous pour empêcher le lecteur de prendre de la distance. »

"Στη πραγματικότητα ζούμε στο χειρότερο κόσμο που θα μπορούσε να υπάρχει. Ασφαλώς ο πολεμος τελείωσε. Και σε όλους έγινε μάθημα: ποτέ πια πόλεμος. Είστε, όμως, βέβαιοι ότι κατάλαβαν όλοι το μάθημα;"

+

http://erea.revues.org/257 Portrait of the Writer as a Traitor: the French Purge trials (1944-1953) Gisèle SAPIRO

Tuesday, November 23, 2010

Rudolf Arnheim, Η Δυναμική της αρχιτεκτονικής μορφής


Φωτογραφία από τον John Gay, 1950, © National Portrait Gallery, London


Rudolf Arnheim, Η Δυναμική της αρχιτεκτονικής μορφής, Βασισμένο στις διαλέξεις του 1975 στο πανεπιστήμιο Cooper Union, Μετάφραση Ιάκωβος Ποταμιάνος, University Studio Press, Θεσσαλονικη 2003, σελ.396

Δεν είμαι αρχιτέκτονας, ούτε έχω κάποια επιστημονική κατάρτιση πάνω σε θέματα αρχιτεκτονικού σχεδιασμού και δόμησης, όμως πάντα μ`ενδιέφερε αυτή η "Τέχνη" στο βαθμό που επηρεάζει αισθητικά και πρακτικά την καθημερινότητα μου. Είχα την τύχη να ζήσω σε διάφορες πόλεις, γειτονιές και περιβάλλοντα τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, και με βάση αυτή την συγκριτική εμπειρία να μπορώ να διαπιστώσω τις διαφορετικές δυναμικές των δομημένων(και μη) χώρων.
Μερικές φορές αισθάνομαι πως οι δρόμοι διασχίζουν το μέσα μου, κάποιες φορές οι προσόψεις των κτιρίων μπορούν να υποδέχονται με ασφάλεια και σεβασμό τις σκέψεις ή τα αισθήματα της στιγμής, οι προοπτικές να σύρουν στις ράγες τους επιθυμίες και προσωπικούς στόχους, φωλιές του χώρου, αντικατοπτρισμοί, υποδοχές, υλικά αγαπητικά αγγίξιμα, συνδυασμοί χρωμάτων, αποχρώσεις που συνοιμιλούν με το περιβάλλον, σύννεφα που ρίχνουν την κινούμενη σκιά τους σε όγκους κτιρίων και πλατείες, μνήμες που δομούνται κι αποσύρονται στο μέσα δώμα του μυαλού, μνήμες της ιστορίας που αγκιστρώνονται στους τοίχους και τα υλικά των πόλεων, μοναχικά αγάλματα, καμπύλες και αιχμές, σχήματα, σχέδια, μορφές, ρυθμοί, αισθήσεις. Η πόλη μπορεί ν`ανασαίνει., ή, άλλες φορές, να λειτουργεί αρνητικά, κλέβει το οξύγονο, ασχημίζει και βαραίνει, εμποδίζει την ελεύθερη ανάπτυξη των μουσικών μαιάνδρων τής σκέψης μας...

Η επίλυση πρακτικών προβλημάτων χρήσης και ανάγκης μπορεί να συνδυάζεται με την αισθητική πληρότητα. Ενα υπνοδωμάτιο μπορεί απλά να είναι χώρος ύπνου, όμως στους τοίχους του μπορεί και να προβάλλεται το ολόγραμμα των ονειρικών μας διαδρομών, ενώ εμείς κοιμόμαστε. Μια τραπεζαρία μπορεί να είναι απλά χώρος φαγητού, όμως μπορεί επιπρόσθετα και να διαμορφώνει την αισθητική των γεύσεων, να βοηθά την απορρόφησή τους από τα γευστικά μας νεύρα και να ενισχύει το αίσθημα της απόλαυσης.
Το κέλυφος ενός κτιρίου μπορεί ν`αποτελείται από σίδερα, μπετόν, καλώδια, σωληνώσεις, όμως και κάτι παραπάνω που δεν έχει να κάνει με μετρήσιμα, απτά υλικά...

Η θεματική του Rudolf Arnheim εξετάζει τη δύναμη των οπτικών εντυπώσεων που δημιουργούνται από την αρχιτεκτονική από σκοπιά επιστημονική, φιλοσοφική, αισθητική και ψυχολογική. Ενα βιβλίο με φρέσκια ματιά, που δεν αναλώνεται κουραστικά σε επιστημονικούς όρους και μπορεί να κεντρίσει το ενδιαφέρον όχι μόνο των ειδικών αλλά και του γενικού αναγνώστη.


"Η οπτική εμπειρία της μετακίνησης αποτελεί πάντοτε ένα σχετικό ζήτημα. Μεταδίδεται μέσω της μετατόπισης σε σχέση με το περιβάλλον το οποίο χρησιμεύει ως πλαίσιο αναφοράς. Καθώς κινούμαστε, το ίδιο μας το σώμα ή το όχημα παραμένει οπτικά ακίνητο. Είναι μόνο η μετατόπιση των πραγμάτων γύρω μας που επιβεβαίώνει στα μάτια την κιναισθητική πληροφορία της μετακίνησης. Οταν πετά κανείς μέσα σε ομίχλη ή πυκνά σύννεφα, δεν αντιλαμβάνεται καμιά προέλαση και το ίδιο ισχύει όταν προχωρά μέσα στην αποπνικτική μονοτονία των διαδρόμων σε κτίρια γραφείων ή ξενοδοχεία. Το δίκτυο των δρόμων του Μανχάτταν που εκφράζεται από τις σειρές των ανώνυμων κτιρίων, κουράζει τον πεζό, γιατί πρέπει να προσθέσει στη μυϊκή του κόπωση και τη ψυχολογική προσπάθεια του να πείσει τον εαυτό του ότι προχωρά. Μια και η παρόρμηση αυτή δεν ενθαρρύνεται από το εξωτερικό περιβάλλον, πρέπει να παραχθεί εσωτερικά. Η ηττοπαθής ανία μετριάζεται όταν..." 217

"Ενας άλλος παράγοντας είναι το κατά πόσον τα κτίρια είναι ανοιχτά ή κλειστά. Με καθαρά ποσοτικούς όρους μπορεί κανείς να υπολογίσει πόσος εξωτερικός τοίχος είναι ανοιχτός και πόσος κλειστός... θα έπρεπε ν`αρχίσει έχοντας κατά νου ότι το κλειστόν ενός τοίχου ή μάζας εμποδίζει την προώθησή μας μέσω του χώρου. Το ανοικτόν κάνει το περιβάλλον προσβάσιμο στους ενοίκους του κτιρίου και τους εκθέτει σε διείσδυση από τα έξω... Ο τοίχος, ως διαχωριστικό στοιχείο του Εξω από το Μέσα, δημιουργεί μια απότομη αντιπαράθεση δύο κόσμων....ενώ αρχικά ανήκει στο έξω, μεταστρέφεται, ώστε να ανήκει στο μέσα. Η φαντασία μας πρέπει ν ακάνει ιδιαίτερη προσπάθεια για να αναλογιστεί ότι ο δυτικός τοίχος του εσωτερικού μια εκκλησίας δεν είναι παρά η πρόσοψή της ιδωμένη από πίσω. Τα ανοίγματα είναι οι ενδιάμεσοι μεταξύ των κόσμων που διαχωρίζονται από τα αρχιτεκτονικά φράγματα..." 314-315

Περιεχόμενα (ενδεικτικά):
Στοιχεία του χώρου

Κατακόρυφος και οριζόντια (Ασυμμετρικός χώρος, στην όραση αρέσει το κατακόρυφο, Οριζοντιότητα, Η δυναμική της κολόνας, Ο νους προσθέτει το νόημα...)

Το συμπαγές και το κενό (Τα κτίρια στο περίγυρό τους, Απεριόριστο φόντο, Η αλληλεπίδραση τψν χώρων, Ο δρόμος ως μορφή...Το μέσα και το έξω, Το κοίλο και το κυρτό...)

Το πως φαίνεται και το πως είναι (Αντιλαμβανόμενοι ένα στερεό...Η ανάγνωση της θέας σε βάθος, Το φάσμα των εικόνων, Το κτίριο καθώς γίνεται ορατό, Πλαγιότητα και βάθος)

Κινητικότητα(...Αξιοπρεπής ακινησία, Σκέπαστρο και λαγούμι...)

Τάξη και αταξία (Η αντίφαση είναι ελάττωμα...Επίπεδα πολυπλοκότητας, Αλληλεπίδραση σχημάτων, Το φάσμα των τάξεων...)

Σύμβολα μέσω της δυναμικής (Οπτικές ετικέτες....το τεχνούργημα στη φύση, Είναι γλυπτική;, Δυναμικές αναλογίες, Το ανοικτόν των κτιρίων...)

Εκφραση και λειτουργία (...Τι εκφράζουν τα αγγεία...Τα κτίρια διαπλάθουν τη συμπεριφορά; Πως οι ιδέες παίρνουν σχήμα, Ολες οι σκέψεις οικοδομούνται...)


Παράλληλο ανάγνωσμα: Gaston Bachelard, Η ποιητική του χώρου, εκδ. Χατζηνικολή, 1982,


Εξαιρετικό το άρθρο του Αλέξη Σταμάτη για τη σχέση Λογοτεχνίας και Αρχιτεκτονικής:



Giorgio de Chirico, Μystery and melancholy of a street, 1914

Sunday, November 14, 2010

~Mindful~

~Mindful~

Every day
I see or hear
something
that more or less

kills me
with delight,
that leaves me
like a needle

in the haystack
of light.
It was what I was born for -
to look, to listen,

to lose myself
inside this soft world -
to instruct myself
over and over

in joy,
and acclamation.
Nor am I talking
about the exceptional,

the fearful, the dreadful,
the very extravagant -
but of the ordinary,
the common, the very drab,

the daily presentations.
Oh, good scholar,
I say to myself,
how can you help

but grow wise
with such teachings
as these -
the untrimmable light

of the world,
the ocean's shine,
the prayers that are made
out of grass?

Mary Oliver , Why i wake early, Beacon Press ( 2004)

Wednesday, November 3, 2010

για να προγεύομαι το χώμα...



"Ανάσκελα...
για ν`αποκτώ με τα άστρα αμεσότητα
Μπρούμητα...
για να προγεύομαι το χώμα

Αριστερό πλευρό για να ενισχύω τον εφιάλτη της καρδιάς
Απ`το δεξί, για να μιμούμαι διπλωμένο βρέφος

Ολες οι στάσεις ανθρώπου που έπεσε
Ολες οι εγγενώς ματαιωμένες στύσεις."

Από το βιβλίο του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΕΛΤΣΟΥ ~ "O απάνθρωπος"

Tuesday, November 2, 2010

Ο λωτός μέσα στη καρδιά

















"Αυτός που γνωρίζει τα τρία φωνήματα της συλλαβής ΩΜ
γνωρίζει Αυτό
που πάνω του ολόκληρο το σύμπαν έχει υφανθεί...

Όπως το άρωμα μέσα στο λουλούδι
το βούτυρο μέσα στο γάλα,
το λάδι μέσα στο σουσάμι,
και το χρυσάφι μέσα στο χρυσίτη,
ένας λωτός κρατιέται μέσα στη καρδιά:
σκυμένος προς τα κάτω
ορθώνει το κοτσάνι του και έχει ένα σημάδι στη βάση του:
στο μέσο του το πνεύμα ξεκουράζεται...

όταν λέγοντας "ΩΜ" ο οπαδός προφέρει το φωνήεν Α
ο λωτός ορθώνεται,
και εισχωρεί όταν προφέρεται το Υ
με το ρινικό Μ, το ΩΜ είναι ολόκληρο,
προεκτεινόμενο από την αντήχηση με τη μορφή του μισοφέγγαρου:
Κάτω από τη μορφή του καθαρού Λόγου
εκεί βρίσκεται το αόρατο βράχμαν....

Και όπως μια χελώνα μαζεύει μέσα της
τα χέρια της, τα πόδια, το κεφάλι της,
ο οπαδός έχοντας γεμίσει το σώμα του
με τη βοήθεια του εισπνευσμένου αέρα,
μαζεύει μέσα του τις αισθήσεις του.
....
ο εισπνεόμενος αέρας ανυψώνεται
και μένει ακίνητος στο κέντρο του σώματος
όπως η φλόγα μιας λάμπας.

Ο οπαδός τότε βρίσκεται μέσα στην έρημο
μέσα στην ειρήνη.
Εκεί θα βρεί τη βεβαιότητα
γιατί θα εκτιμήσει όλα τα πράγματα
με το μέτρο της ψυχής...."

Jean Varenne, Upanishad/ Ουπανισάντ του Γιόγκα, μετάφραση Γ. Τζαμαλούκας, Δωδώνη 1978

Tuesday, October 19, 2010

Le Chant des partisans / Motivé

Μικρό δείγμα συμπαράστασης στους Γάλλους, που αυτές τις μέρες αντιστέκονται δυναμικά. Το τραγούδι αυτό ακούγεται συχνά στις διαδηλώσεις και τις πορείες, σε πολύ πιο έντονο ρυθμό και παλμό. Πίσω από το χαρούμενο τραγουδάκι υπάρχει ιστορία...


Το συγκρότημα Zebda από την Τουλούζη παραφράζει και προσαρμόζει στη σύγχρονη πραγματικότητα τα λόγια από το τραγούδι της γαλλικής αντίστασης κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο:

Το πρωτότυπο αντιστασιακό:
Ami entends-tu le vol noir des corbeaux sur nos plaines.
Ami entends-tu les cris sourds du pays qu'on enchaîne,
Ohé partisans ouvriers et paysans, c'est l'alarme !
Ce soir l'ennemi connaîtra le prix du sang et des larmes

Montez de la mine, descendez des collines, camarades.
Sortez de la paille les fusils, la mitraille, les grenades.
Ohé! les tueurs à la balle et au couteau tuez vite !
Ohé! Saboteurs attention à ton fardeau Dynamite !

C'est nous qui brisons les barreaux des prisons pour nos frères.
La haine à nos trousses et la faim qui nous pousse, la misère.
Il y a des pays où les gens au creux des lits font des rêves.
Ici, nous vois-tu, nous on marche et nous on tue, nous on crève

Ici, chacun sait ce qu'il veut, ce qu'il fait, quand il passe
Ami, si tu tombes, un ami sort de l'ombre à ta place.
Demain du sang noir séchera au grand soleil sur les routes.
Chantez compagnons, dans la nuit, la libertés nous écoute ...





Η διασκευή από τους Zebda :

Spécialement dédicacé à tous ceux qui sont motivés.
Spécialement dédicacé à tous ceux qui ont résisté, par le passé

Ami entends-tu le vol noir des corbeaux sur nos plaines
Ami entends-tu les cris sourds du pays qu'on enchaîne
Ohé, partisans ouvriers et paysans c'est l'alarme
Ce soir l'ennemi connaîtra le prix du sang et des larmes

Motivés, motivés. Il faut rester motivés !
Motivés, motivés. Il faut se motiver !
Motivés, motivés. Soyons motivés !

C'est nous qui brisons les barreaux des prisons pour nos frères
La haine à nos trousses et la faim qui nous pousse, la misère
Il est des pays où les gens au creux des lits font des rêves
Chantez compagnons, dans la nuit la liberté vous écoute


Ici chacun sait ce qu'il veut, ce qu'il fait quand il passe
Ami si tu tombes un ami sort de l'ombre à ta place
Ohé, partisans ouvriers et paysans c'est l'alarme
Ce soir l'ennemi connaîtra le prix du sang et des larmes

[Refrain]
On va rester motivé pour le face à face
On va rester motivé quand on les aura en face
On va rester motivé, on veut que ça se sache
On va rester motivé pour la lutte des classes
On va rester motivé contre les dégueulasses

Το γκρούπ έχει κι αυτό τη δική του ιστορία. Δημιουργήθηκε εικονικά το 1985 για τα γυρίσματα μιας ταινίας. Ξεκίνησε την πραγματική καριέρα του μετά το πέρας της ταινίας.
http://en.wikipedia.org/wiki/Zebda

http://fr.wikipedia.org/wiki/Chanson_r%C3%A9volutionnaire_ou_de_r%C3%A9sistance

http://www.cheminsdememoire.gouv.fr/page/affichegh.php?idGH=223&idLang=fr

http://www.radiochango.com/english/artists/Zebda.html

Wednesday, October 13, 2010

The bluest eye


Τόνι Μόρισον, Γαλάζια μάτια, Νεφέλη 1995, Μετάφραση Κατερίνα Σχινά, 237 σελίδες / The bluest eye, 1970

Το μυθιστόρημα μοιράζεται στις τέσσερις εποχές - κύκλους.
Ξεκινά με μια μικρή αφήγηση δύο σελίδων που θυμίζει αναγνωστικό δημοτικού, ή παραμύθι. Εικονογραφείται με απλές πινελιές η ήρεμη κι ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Όλα μοιάζουν ειδυλικά. Το τυπικό αμερικάνικο πρότυπο ευτυχίας. "Να το σπίτι. Είναι πράσινο και άσπρο. Εχει κόκκινη πόρτα. Είναι πολύ όμορφο. Να η οικογένεια. η μητέρα, ο πατέρας,. Ο ντικ και η Τζέην ζουν ευτυχισμένοι. Δείτε τη Τζέην. Εχει ένα κόκκινο φόρεμα. Θέλει να παίξει. ποιός θα παίξει με τη Τζέην; Δείτε τη γάτα. Κάνει νιάου. Ελα να παίξεις. Ελα να παίξεις με τη Τζέην...Δείτε τη μητέρα. Η μητέρα είναι πολύ καλή. Μητέρα θα παίξεις με τη Τζέην; Η μητέρα γελά. γέλα, μητέρα, γέλα. Δείτε το Πατέρα. Είναι ψηλός και δυνατός. πατέρα θα παίξεις με τη Τζέην;...Γαβ γαβ κάνει ο σκύλος. Θέλεις να παίξεις με τη Τζέην; Τρέξε σκυλάκι,τρέξε..."

Προς το τέλος, θυμίζει τον απομαγνητοφωνημένο λόγο ομιλούσας κούκλας που ο δίσκος της κολλάει: "Νατοσπίτιείναιπράσινοκαιάσπροάχεικοκκινηπόρταείναιπολύόμορφονακαιηοικογένειαημητέρα

οπατέραςοντικ καιηΤζέηνζουνστοπράσινοσπίτι....."

Μέρος αυτών των "τυπικών" φράσεων επαναλαμβάνεται σαν μότο στα κεφάλαια του βιβλίου που ακολουθούν. Σα να θέλει να ξορκίσει ή να τονίσει ειρωνικά την αντίθεση ανάμεσα στα πρότυπα της "λευκής" ευτυχίας και στην σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν τα παιδιά στη "μαύρη" κοινότητα.

Πρόκειται για γνωστή αγαπημένη σειρά παιδικών βιβλίων, "Dick and Jane" :
http://en.wikipedia.org/wiki/Dick_and_Jane
http://www.pan-tex.net/usr/j/julie/ju25000.htm



Η κύρια ιστορία στα Γάλάζια Μάτια, που συνέχει τις επιμέρους ιστορίες του βιβλίου, είναι η ιστορία της Πέκολα, ενος μικρού μαύρου κοριτσιού που ποθεί ν`αποκτήσει γαλάζια μάτια, βιάζεται από τον πατέρα της, εγκυμονεί και χάνει τον καρπό αυτού του βιασμού. Στο τέλος περνά στη παραφροσύνη για να αντέξει ό,τι της συμβαίνει. Πιστεύει πως έχει επιτέλους αποκτήσει τα πολυπόθητα μπλε μάτια ενσαρκώνοντας τό πρότυπο ομορφιάς και αποδοχής της κοινωνίας, και μάλιστα ποθεί να έχει όχι απλά μπλε, αλλά τα πιο μπλέ μάτια του κόσμου.(Ο τίτλος του βιβλίου είναι The bluest eye και, κατά τη γνώμη μου, θα ήταν πιο σωστό να μεταφραστεί με ακρίβεια στα ελληνικά).

Παράλληλα, παρακολουθούμε τους ανθρώπους της γειτονιάς, την ζωή των γονιών της, μικρά και σημαντικά γεγονότα που συμβαίνουν γύρω της, στο άμεσο περιβάλλον. Ανθρώπινους τύπους και κοινωνικά στρώματα , ανήλικους και ενήλικους, μαύρους, αλλά και κάποιους λευκούς, γυναίκες και άντρες...

Θέματα που θίγονται: Η θέση των μαύρων, ο ρατσισμός, έκδηλος ή κρυφός. Η αιμομιξία, η παιδικότητα με όλη την ευαισθησία και την σκληράδα της. Τα πρότυπα ευτυχίας. Tα πρότυπα ομορφιάς. Η εξαθλίωση και πως αυτή μπορεί να δηλητηριάσει και την πιο μικρή δυνατότητα ευτυχίας ή ομορφιάς. H αγάπη. Η θέση της γυναίκας, που πέφτει θύμα εκμετάλλευσης τόσο από λευκούς όσο και από μαύρους. Η συγγραφέας, γυναίκα και μαύρη η ίδια, ήταν από τις πρώτες συγγραφείς που τόλμησε να γράψει και να εκδόσει βιβλία μέσα από μη-λευκή οπτική.

Η πλοκή είναι όμορφα δουλεμένη. Οι φωνές των ηρώων της ακούγονται αβίαστες, φυσικές. Οι αναδρομές δεν κουράζουν, το αντίθετο, φωτίζουν σταδιακά την αλήθεια. Η γλώσσα και το ύφος γίνονται τόπους τόπους τόσο ποιητικά! Τόσο η μορφή όσο και το περιεχόμενο αυτού του βιβλίου με άγγιξαν βαθύτατα.


σελ.55, "Σε παρακλώ θεέ μου, ψιθύρισε μέσα στην παλάμη του χεριού της. Σε παρακλώ κάνε να εξαφανιστώ. Εκλεισε σχιχτά τα βλέφαρά της. Μικρά κομματάκια απ`το σώμα της διαλύονταν. Τώρα αργά, τώρα απότομα. Ξανά αργά. Τα δάχτυλά της έφευγαν, ένα ένα, ύστερα τα μπράτσα της εξαφανίστηκαν ως τον ώμο. Τώρα τα πόδια της. Ωραία ήταν. Οι γάμπες ολόκληρες, αμέσως. Ήταν πιο δύσκολο με τα μπούτια. Έπρεπε να μείνει πραγματικά ακίνητη και να σμπρώξει. Το στομάχι της αντιστεκόταν, αλλά τελικά έφυγε κι αυτό. Ύστερα το στήθος, ο λαιμός της και το πρόσωπό της ήταν δύσκολο. Έγινε, έγινε σχεδόν. Μόνο τα σφιχτοκλεισμένα μάτια της είχαν μείνει. Αυτά έμεναν πάντα. Όσο και να προσπαθούσε, ποτέ δεν μπορούσε να κάνει τα μάτια της να εξαφανιστούν. Τι κατάφερνε λοιπόν; Αυτά ήταν το παν. Όλα ήταν εκεί, μέσα τους. Όλες εκείνες οι εικόνες, όλα εκείνα τα πρόσωπα.... "


σελ. 73. Στο πρόσωπο του μπαμπά μου βλέπει κάποιος τις εποχές να έρχονατι και να φεύγουν. ο χειμώνας το καταλαμβάνει και εγκαθίσταται στις γραμμές του. Τα μάτια του γίνονται χιονοστιβάδες, που απειλούν με κατολίσθηση, τα φρύδια του καμπυλώνουν, σαν τα μαύρα κλαδιά των ξερών δέντρων. Το δέρμα παίρνει το χλωμό, μελαγχολικό κίτρινο του χειμωνιάτικου ήλιου. Για σαγόνι έχει τις άκρες ενός χιονισμένου αγρού, διάστικτου από τα ξερά απομεινάρια των θερισμένων ζαχαροκάλαμων. Το μεγάλο του μέτωπο είναι η παγωμένη καμπύλη της Ηρι (λίμνη)- κρύβει ρεύματα ψυχρών σκέψεων, που στροβιλίζονται τρελά μέσα στο σκοτάδι. Εξολοθρευτής λύκων και κυνηγός γερακιών μαζί..."

''Γαλάζια µάτια. Καινούργια, γαλάζια µάτια, είπε. Σα ν' αγόραζε παπούτσια. «Θα ήθελα ένα ζευγάρι καινούργια γαλάζια µάτια». Πρέπει να Σου τα ζητούσε πολύ καιρό Κύριε και δεν της είχες απαντήσει. Γι’ αυτό κι εγώ έκανα εκείνο που Εσύ δεν έκανες, δεν θα µπορούσες, δεν θα ήθελες να κάνεις: κοίταξα αυτό το άσχηµο µαύρο κοριτσάκι και το αγάπησα. Έπαιξα το ρόλο Σου. Και ήταν µια πολύ καλή παράσταση! Εγώ, εγώ προκάλεσα ένα θαύµα. Της έδωσα τα µάτια. Της έδωσα τα γαλάζια, γαλάζια, δυο γαλάζια µάτια. Μπλε κοβαλτίου. Μια λωρίδα παρµένη απ' ευθείας από το δικό Σου γαλάζιο ουρανό. Kανένας άλλος δεν θα δει τα γαλάζια της µάτια. Μόνο εκείνη. Και θα ζήσει ευτυχισµένη...''


Η μεταφράστρια Κατερίνα Σχινά λέει:

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_652070_28/08/2005_154487

"...ο τρόπος της γραφής ήταν τέτοιος που πολλές φορές με οδηγούσε σε παρανοήσεις. Η Μόρισον γράφει ελλειπτικά. Ξετυλίγει την ιστορία μέσα από συνεχείς αναδρομές, συνειρμούς, εσωτερικούς μονολόγους. Επίσης είναι αρκετά δύσκολος ο τόνος και το ύφος, μοιάζει πολύ η λογοτεχνική σύνθεση με ένα μουσικό κομμάτι της τζαζ. Εκεί η ορχήστρα μάς δίνει το θέμα συνήθως παιγμένο από όλα τα όργανα μαζί, και μετά το καθένα διαφοροποιείται. Στη Μόρισον μας δίνεται το θέμα και ύστερα μία μία οι φωνές των αφηγητών ξετυλίγουν την ιστορία τους. Επίσης στο ύφος υπάρχει μία μουσική αναλογία: όπως έχουμε στην τζαζ κάποια πολύ μικρά κομμάτια επαναλαμβανόμενου χαρακτήρα, έτσι και στην Μόρισον έχουμε επωδούς. Για να αποδώσω αυτά, με βοήθησε ίσως ότι ήξερα μουσική."


Από συνέντευξη της Τόνι Μόρισον στην Cloe Wofford:
http://www.en.utexas.edu/amlit/amlitprivate/texts/morrison1.html
(Copyright 1997 The New York Times Company) :

"I started around 13. That was the work that wasavailable: to go to a woman's house after school andclean for three or four hours. The normal teen-age jobswere not available. Housework always was. It wasn'tuninteresting. You got to work these gadgets that Inever had at home: vacuum cleaners. Some of the peoplewere nice. Some were terrible. Years later, I used someof what I observed in my fiction. In "The Bluest Eye,"Pauline lived in this dump and hated everything in it.And then she worked for the Fishers, who had thisbeautiful house, and she loved it. She got a lot ofrespect as their maid that she didn't get anywhere else.If she went to the grocery store as a black woman fromthat little house and said, "I don't want this meat,"she would not be heard. But if she went in as arepresentative of these white people and said, "This isnot good enough," they'd pay attention..... "

"When I began, there was just one thing thatI wanted to write about, which was the true devastationof racism on the most vulnerable, the most helpless unitin the society -- a black female and a child. I wantedto write about what it was like to be the subject ofracism. It had a specificity that was damaging. And ifthere was no support system in the community and in thefamily, it could cause spiritual death, self-loathing,terrible things.Once I did that, I wanted to write another book. By the time I wrote the third one, I began to think in terms ofwhat had gone on before -- whether my territory wasdifferent. I felt what I was doing was so unique that Ididn't think a man could possibly understand what thelittle girl in "The Bluest Eye" was feeling. I did not think a white person could describe it. So I thought Iwas telling a tale untold......."


"Q: There's a lot of sexual violation in your fiction.Why?


A: Because when I began to write, it was anunmentionable. It is so dangerous, it is so awful, sowicked, that I think in connection with vulnerable blackwomen it was never talked about. I wanted to write booksthat ran the whole gamut of women's sexual experiences.I didn't like the imposition that had been placed onblack women's sexuality in literature. They were eithermothers, mammies or whores. And they were not vulnerablepeople. They were not people who were supposed to enjoysex, either. That was forbidden in literature -- toenjoy your body, be in your body, defend your body...."


Κοιτάξτε τα μάτια της και προσέξτε τη χροιά της φωνής της, για το A Mercy:
http://www.oprah.com/oprahsbookclub/Toni-Morrison-Discusses-Her-Novel-A-Mercy


Η σελίδα των εκδόσεων Νεφέλη για την Τόνι Μόρισον:

Sunday, October 3, 2010

Ο Άλλος εν λόγω, Εβραίοι στη Σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία


Ομάδα για την Μελέτη της Ιστορίας των Εβραίων της Ελλάδας
http://histjews.blogspot.com/

H Oμάδα για την Μελέτη της Ιστορίας των Εβραίων και το Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών πραγματοποίησε μια πολύ ενδιαφέρουσα διημερίδα στη Θεσσαλονίκη, στις 1 και 2 Οκτωβρίου, "Ο Άλλος εν Λόγω : Εβραίοι στη Σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία". Λογοτέχνες, κριτικοί και ιστορικοί συζήτησαν πάνω στο θέμα της εικόνας των Εβραίων στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνική παραγωγή.


Το πρόγραμμα:
Ολοκαύτωμα, Εβραιοφοβία και αντισημιτισμός: λογοτεχνικές αποτυπώσεις
-Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου: Το Ολοκαύτωμα στην ελληνική πεζογραφία στις αρχές του 21ου αιώνα
-Γιάννης Παπαθεοδώρου: Η Νύχτα της Τιμωρίας. Εβραιοφοβία και λαϊκές τελετουργίες στο μυθιστόρημα της Ρέας Γαλανάκη «Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα»
-Μίλτος Πεχλιβάνος: Η «Νεκρή Ευρώπη» του Χρήστου Τσιόλκα και ο αντισημιτισμός
Λογοτεχνικές παραγωγές του εβραϊκού εαυτού
-Σταύρος Ζουμπουλάκης: Η εβραϊκή ταυτότητα στο έργο του Μισέλ Φάις
-Βενετία Αποστολίδου: Οι Εβραίοι στο έργο του Νίκου Μπακόλα
-Από τη μεριά του συγγραφέα: Η βάσανος της γραφής και η γραφή της βασάνου Ρέα Γαλανάκη, Νίκος Δαββέτας, Μισέλ Φάις


Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες οι απόψεις που ακούστηκαν και γόνιμος ο διάλογος τόσο ανάμεσα στους τρεις λογοτέχνες (Δαββέτας, Γαλανάκη, Φάις) όσο και μέσα από τις ερωτήσεις του κοινού. Κρατώ ιδιαίτερα , την "παθιασμένη" παρουσίαση που έκανε ο Μ. Πεχλιβάνος στο προκλητικά αιρετικό βιβλίο του ελληνοαυστραλού Χ. Τσιόλκα "Η νεκρή Ευρώπη", (έχω την αίσθηση ότι ακόμη κι αν διαβάσω το βιβλίο, η παρουσίαση αυτή θα είναι πιο έντονη στο μυαλό μου απ`ότι το ίδιο το βιβλίο), την διαφορά ανάμεσα στις έννοιες αντισημητισμός και εβραιοφοβία, την σχέση ανάμεσα στην ιστορία και τη λογοτεχνία (και οι τρείς λογοτέχνες έχουν δουλέψει αρκετά με αρχεία και πηγές), την σημασία της "ασήμαντης" λεπτομέρειας στον λογοτεχνικό λόγο...


Ιδιαίτερη αίσθηση μου έκαναν επίσης η ευθύτητα, ο δυναμισμός και η ακριβόλογη αυθόρμητη-ευστροφία της Ρέας Γαλανάκη, η ποιητικά εναγώνια "κατάθεση" των ενυπνίων του Μισέλ Φάις.


Tuesday, September 28, 2010

Η Κυρία και ο Μονόκερος

Τρέισυ Σεβαλιέ, Η Κυρία και ο Μονόκερος, Ωκεανίδα 2005, Μετάφραση Μ. Αγγελίδου / Tracy Chevalier, The Lady and the Unicorn, 2003

"Ωρες ώρες τον ένιωθα στραμμένο προς το μέρος μου. Αν το βλέμμα είναι σαν κλωστή τεντωμένη ανάμεσα σε δυο ξύλα του αργαλειού, εγώ ένιωθα το δικό του βλέμμα σφιχτό, στέρεο..." σελ.291


Η συγκυρία ήταν άσχημη. Ήθελα απεγνωσμένα να ξεχάσω ό,τι γινόταν γύρω μου, πρόσωπα και γεγονότα και δυσκολίες. Ήθελα να χάσω τον χρόνο κάτω από τα πόδια μου, κι αυτό το βιβλίο τα κατάφερε, με έμπασε στον υπέροχο κόσμο του. Ξεκίνησα να το διαβάζω λόγω της εμμονής μου για τη συγκεκριμένη σειρά ταπισερί. Καθώς προχωρούσα την ανάγνωση, θυμόμουν τις ατέλειωρες ώρες που είχα περασει στην ιδιαίτερη αίθουσα του μουσείου Cluny (Musée National du Moyen Âge) , όπου φυλάσσονται οι έξι ταπισερί του συνόλου η "Κυρία και ο Μονόκερος". Ο φωτισμός είναι ιδιαίτερα χαμηλός και μοιάζει να βγαίνει και να διαχέεται μέσα από τις κλωστές και τα χρώματα, μέσα από αυτούς τους κλειστούς μικρούς κόσμους, κήποι σαν παραμύθια σε συνεχή αφήγηση. Αυτάρκη αινίγματα. Κάθε μια ταπισερί συμβολίζει και μια από τις πέντε αισθήσεις ενώ η έκτη φέρει την επιγραφή "à mon seul désir", ...οι μονόκεροι, οι κυρίες, ο καθρέφτης, η σκηνή, τα ζώα, τα mille fleurs...κλειδιά για την άναγνωση...Από την ανάγνωση του βιβλίου περνούσα στην ανάγνωση των ταπισερί και πάλι πίσω...


"Ο αργαλειός ήταν κι αυτός καθαρός, άδειος, έτοιμος να δεχτεί το καινούργιο στημόνι. Το ξύλο του έτριζε πότε πότε. Τέτοιες ώρες μου θυμίζει άλογο που κουνιέται σιγανά στο παχνί του να ξεμουδιάσει" σελ. 120



Πρόκειται λοιπόν για ένα όμορφα φτιαγμένο μυθιστόρημα εποχής που έχει σαν κεντρικό θέμα τη δημιουργία της γνωστής σειράς ταπισερί "Ή Κυρία και ο Μονόκερος" . Γύρω απ`αυτήν περιστροφικά σαν γαϊτανάκι μπλέκονται: τα μέλη της οικογένειας Λε Βιστ, που έκαναν την παραγγελία, ο ζωγράφος που την σχεδίασε, εδώ του δίνεται το όνομα Νικολά ντεζ Ινοσέν, η οικογενειακή συντεχνία υφαντουργών που την δημιούργησε στις Βρυξέλλες. Ακολουθούμε βήμα βήμα τις κλωστές της ύφανσης όχι μόνο των ταπισερί αλλά και των ψυχογραμμάτων των προσώπων, των σχέσεων μεταξύ τους, των κοινωνικών ρόλων και συμβάσεων της εποχής. Μια αριστοτεχνική ενορχήστρωση.

Το κάθε πρόσωπο έχει όσο χρόνο του χρειάζεται για να μιλήσει. Η οπτική αλλάζει σε κάθε κεφάλαιο κι ακούμε ως το τέλος τη φωνή όλων των ηρώων να μας δίνουν τη δική τους εκδοχή και τις δικές τους σκέψεις για ό,τι συμβαίνει γύρω τους. Ακούμε τον ψίθυρο της σκέψης τους, τα λόγια που δεν εκστομίζουν, τις επιθυμίες που δεν φανερώνουν στους άλλους.

Το χρονικό πλαίσο είναι πολύ συγκεκριμένο, 1490-1492, και δίνεται με ημερομηνίες και ορόσημα γιορτών στην αρχή κάθε κεφαλαίου.

"Οι ταπισερί δεν είναι πίνακες, είπα. Ζωγράφοι που δεν έχουν δουλέψει ποτέ για ταπισερί, δεν το καταλαβαίνουν αυτό. Νομίζουν πως ό,τι κι αν ζωγραφίσουν, μπορεί απλά να γίνει πιο μεγάλο και να το πάρουν οι υφαντουργοί να το υφάνουν όπως είναι, Αλλά όταν κοιτάζεις μια ταπισερί, δεν είναι το ίδιο όπως όταν κοιτάζεις έναν πίνακα. Ο πίνακας είναι συνήθως μικρότερος και μπορείς να τον δεις ολόκληρο με μια ματιά. Δεν πας να κολλήσεις απάνω του, στέκεις ένα-δυο βήματα πιο πίσω, όπως όταν έχεις απέναντί σου παπά ή δάσκαλο. Με την ταπισερί είν`αλλιώς. Κάθεσαι πλάι της, την πλησιάζεις σα να`τανε φίλος, δικός σου άνθρωπος. Βλέπεις λοιπόν ένα κομμάτι της μόνο -κι όχι πάντα το πιο σπουδαίο. Γι`αυτό και κανένα μέρος της δεν πρέπει να ξεχωρίζει από τ`άλλα, μόνο πρέπει να ταιριάζουν όλα και να δένουν αρμονικά μεταξύ τους, έτσι που το μάτι να ευχαριστιέται όπου κι αν πέφτει. Αυτά τα σχέδια τα δικά σου δεν είνια έτσι φτιαγμένα. Το φόντο με τα millefleurs θα βοηθήσει, αλλά και πάλι χρειαστεί να κάνουμε αλλαγές." σελ.135



Η τυφλή κόρη του υφαντουργού μιλά... "Τα μάτια μου είναι δυό πραγματάκια στο πρόσωπό μου...σαν το σαγόνι μου που μασάει, σαν τα ρουθούνια μου που πεταρίζουν. Εχω άλλους τρόπους να μαθαίνω, να καταλαβαίνω ό,τι είναι γύρω μου. Ξέρω, ας πούμε, τις ταπισερί που δουλεύω. Νιώθω κάθε κλωστή, κάθε νήμα, κάθε κομπάκι του μαλλιού. Μπορώ με τα δάχτυλα ν`ακολουθήσω τις γραμμές των λουλουδιών στο φόντο, μπορώ να βρώ μια μια τις βελονιές που έχω κεντήσει στα πίσω πόδια ενός σκύλου, στο αυτί ενός λαγού...Νιώθω τα χρώματα. Το κόκκινο είναι λείο σαν μετάξι, το κίτρινο πιο τραχύ, το γαλάζιο χαϊδεύει σαν βελούδο το δέρμα. Τα ξεχωρίζω με την αφή τα χρώματα. Κάτω από τα δάχτυλά μου απλώνεται σαν χάρτης η ταπισερί." σελ.145

Βγαίνοντας στο τέλος από κει μέσα, τις σελίδες του βιβλίου και τις υφάνσεις των ταπισερί, είχα ανάγκη από ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, ή μήπως καλύτερα μια μπίρα δυνατή, όπως έκαναν οι υφαντουργοί για να γιορτάσουν την ολοκλήρωση του υφαντού τους...

Άλλα έργα της Τρέισυ Σεβαλιέ είναι: Το κορίτσι με το σκουλαρίκι, The virgin Bleu, Falling Angels

Το εξαιρετικό site του μουσείου Cluny και η ερμηνεία που προσφέρει για τις ταπισερί:
http://www.musee-moyenage.fr/homes/home_id20393_u1l2.htm
Πολύ ωραία παρουσίαση του βιβλίου και των ταπισερί εδώ:

Thursday, August 19, 2010

Ξαποσταίνοντας στον βραχόκηπο του Καζαντζάκη...



"Προχωρούσα μέσα σ`ένα κήπο...πέρασα κάτω από μια σιντοϊκή πύλη...έφτασα στα σκαλοπάτια του παμπάλαιου ναού...Μήτε ένα άγαλμα, μήτε μια εικόνα...τίποτα άλλο παρά ένα μεγάλο μπρούντζινο αγγείο, γεμάτο καθάριο νερό. Τα σύννεφα περνούν από πάνω, και τα βλέπεις να καθρεφτίζονται στο διάφανο νερό. Εσκυψα και κοίταξα το πρόσωπό μου να πλέει εκεί μέσα σαν ίσκιος. Ενα φύλλο έπεσε από ένα δέντρο και πήρε ν`αρμενίζει πάνω στο πρόσωπό μου. Ενα αγεράκι φύσηξε, και το νερό κατσάρωσε όλο ρίγος...Η ψυχή μου είναι γεμάτη από λαγαρό νερό όπως αυτό το μπρούντζινο αγγείο στο κατώφλι του σιντοϊκού ναού. Ερωτες, ιδέες, τρομερά ψυχανεμίσματα, περνούν από πάνω της σαν κούφια σύννεφα ή μαραμένα φύλλα...."

Μετά το ταξίδι του στην Απω Ανατολή το 1935, ο Καζαντζάκης έγραψε τον Βραχόκηπο στα γαλλικά "Le jardin des rochers". Η πρώτη σκέψη του για τον τίτλο ήταν: "La double Marche"- Η Διπλή Πορεία, γιατί πράγματι, σε όλα τα ταξίδια του, η πορεία, η εξερεύνηση, η περιήγηση ήταν δυοειδής, εσωτερική και εξωτερική, στην επιφάνεια και τον βυθό των πραγμάτων, στον πυρήνα και την περιφέρεια, φυγή κι επιστροφή. Στο μυαλό μου η φράση του Ελύτη "εσωτερική βραδυπορεία" και η "εναντιοδρομία" του Παπαδίτσα. Σύμφωνα με τον Πρεβελάκη, σχεδίαζε να καταγράψει τα διάφορα επίπεδα, τους αναβαθμούς και τα στάσιμα της Πορείας σε κάποια μελλοντικά έργα με τους χαρακτηριστούς τίτλους: "Monastère des rochers" "école des rochers" "Rochers"...διαδοχικά σκαλοπάτια μια "ασκητικής" μέχρι την πλήρη αφαίρεση. Το βιβλίο συνοδεύει και συνοδεύεται από την "Ασκητική"(το πνευματικό μανιφέστο του συγγραφέα) και το "Ταξιδεύοντας Κίνα-Ιαπωνία".

Παρά τις επαναλήψεις και τις επανερχόμενες εμμονές του Καζαντζάκη, πράγμα που πιθανόν να κουράζει κάποιους, ο Βραχόκηπος, διακρίνεται για την μαστοριά του λόγου, την δύναμη της εικονοποιίας, την βαθύτητα και την διεισδυτικότητα της σκέψης, την ποιητική αναψηλάφιση των εξωτερικών και εσωτερικών εμπειριών, τηνπροσπάθεια να διακρίνει και να κατανοήσει, πέρα από την ταξιδιωτική και τουριστική αναπαράσταση του ξένου τόπου και της ξένης φυλής, την ουσία αυτής της διαφορετικότητας. Κάποιες φορές ξαφνιάζει...

"Το ταξίδι είχε δώσει τον καρπό του: ένα κόκκινο μήλο γεμάτο στάχτη, και το αγαπούσα. Ηταν ακριβώς όπως το είχα από μακρόν ποθήσει. Το κρατούσα θωπευτικά στο χέρι μου όπως ο θεός στα βυζαντικά κονίσματα κρατά τη κόκκινη σφαίρα, τη γη..."

"Αν σκίσεις την καρδιά μου

θα βρείς τις τρείς χορδές του σαμισέν

σπασμένες"

"Το πρώτο κύμα που σε κυριεύει αντικρύζοντας το Βούδα τούτον, είναι η χαρά που νιώθει ο κολυμβητής όταν σμίγει απλωτά τα χέρια, τεντώνει τα αντικνήμια, ζυγιάζεται μιαν αστραπή στ`ακροδάχτυλα και ρίχνεται στη θάλασσα..."


Νίκου Καζαντζάκη, Ο βραχόκηπος (1936), Μετάφραση Π.Πρεβελάκης (1959-1960) από το γαλλικό πρωτότυπο Le jardin des rochers.

Friday, June 18, 2010



Κεράσια / Μετρήσιμη μονάδα θέρους
Μικροί στρόγγυλοι καρποί ευεξίας
Δροσίζουνε τα μάτια και τη γεύση
Το τραγανό τους σχήμα δονείται στην ένταση του κόκκινου
Το σώμα του καλοκαιριού διαθλάται στην κερασένια σάρκα
Ο λογισμός ολοκαρπώνεται σε άνωση και διαστολή
Ο βίος ευκολύνεται~~~



Thursday, June 10, 2010

Στρατής Βογιατζής, Εσωτερικός κόσμος, μαστιχοχώρια, η έκθεση και το βιβλίο




Στα πλαίσια της Photobiennale/Φωτοσυγκυρία Θεσσαλονίκης με θέμα: Τόπος, επισκέφτηκα την έκθεση του Στρατή Βογιατζή για τα σπίτια στα μαστιχοχώρια της Χίου. Το στήσιμο της έκθεσης και η επιλογή του χώρου ήταν πολύ πετυχημένα. Οι φωτογραφίες κολλούσαν σαν δεύτερο δέρμα στους φθαρμενους τοίχους ενός παλιού Χαμάμ,(Λουτρά Παράδεισος, Bey Hamam ( en.wikipedia.org/wiki/Bey_Hamam ), συνομιλούσαν με την ηχώ των θόλων, με τα μισοσβυσμένα μοτίβα, την ιστορία τόσων χρόνων, την μνήμη του νερού...
Ο χώρος αναδείκνυε τις φωτογραφίες και το αντίστροφο...
-
Στο τέλος της έκθεσης, παρακολουθώ το καλογυρισμένο video κι ακούω τον ίδιο τον φωτογράφο να μιλά για την δουλειά του, το σκεπτικό, τον χρόνο που του πήρε, τους ανθρώπους που συνάντησε, το πως οι εσωτερικοί αυτοί χώροι που κρατούσαν την αισθητική και την μνήμη μιας εποχής κι ενός τρόπου ζωής του υπέδειξαν τον τρόπο που έπρεπε να τους προσεγγίσει...
Οι φωτογραφίες μοιάζουν με πίνακες ζωγραφικούς, που κρύβουν στην φαινομενική τους στατικότητα απίστευτη δυναμική, ενέργεια και συναίσθημα. Δωμάτια-πυρήνες που περικλείουν σιωπές ,ψίθυρους, αρώματα, πνοές, απόηχους... κόγχες μνήμης. Η απουσία ανθρώπινης μορφής δεν αποκλείει την διάχυτη Παρουσία μέσα από τα αντικείμενα και τα χέρια που τα διάλεξαν και τα χησιμοποίησαν, τα έπιπλα και τα σώματα που άφησαν το αποτύπωμά τους πάνω τους, την διάταξη τους, την φθορά τους...


Η απόκτηση του λευκώματος ήταν φυσικά το επόμενο βήμα. Η απόλαυση συνεχίζεται στο σπίτι μου, καθώς ξεφυλίζω το βιβλίο, ξεπηδούν και θροΐζουν εικόνες, λεπτομέρειες, ήχοι, μυρωδιές, αποχρώσεις, σκιές, υφές.... Στο βιβλίο παρατίθεται εισαγωγή του Γιώργου Πίττα, πρόλογος του Δήμου Αβδελιώδη και σημείωμα του φωτογράφου . Οτι καλύτερο έχω δεί και διαβάσει τον τελευταίο καιρό.



"Εισχωρώντας στο εσωτερικό των Ματσιχοχωρίων διείσδυσα σε ένα κόσμο όπου η απλότητα και η παράδοση σφιχταγκαλιασμένες κατά τη διάρκεια τόσων χρόνων έχουν μπολιάσει την εσωτερικότητα κάθε σπιτιού και έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους στα θεμέλια κάθε δωματίου..."


Στρατής Βογιατζής, Εσωτερικός κόσμος, μαστιχοχώρια, εκδ. seppuku, Θεσσαλονίκη 2009.
*
Εξαιρετικό το site του φωτογράφου εδώ:
http://www.stratisvogiatzis.com/projects/inner-world






Sunday, June 6, 2010

Εκείνο ακριβώς το μπλε


Anna Seghers, Εκείνο ακριβώς το μπλε, μτφρ.Γιώργου Δεπάστα, εκδόσεις Αγρα, 2002, σελίδες 131, (Das wirkliche blau, 1967), Επίμετρο της Hélène Roussel + Αναλυτικό Χρονολόγιο.

Ένα χαμηλόφωνο παραμύθι με δοκιμασίες, ένα ταξίδι αναζήτησης που αποδεικνύει την "Δύναμη των αδυνάτων".
«Αγαπούσε το μπλέ του σαν να ήταν το πεπρωμένο του. Και χωρίς αμφιβολία ήταν το πεπρωμένο του. Επρεπε να το ανακαλύψει. Στο τέλος βρίσκει κανείς αυτό που του ανήκει». 29

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου παρακολουθούμε την ήρεμη και φτωχική ζωή του Μεξικανού αγγειοπλάστη Μπενίτο, ο οποίος, μαζί με τη γυναίκα του Λουίζα και τα παιδιά του, επιβιώνει πουλώντας στο παζάρι της γειτονικής πόλης τα κεραμικά του. Κάθε αγγειοπλάστης χρησιμοποιεί ένα συγκεκριμένο χρώμα, κι ο Μπενίτο χρησιμοποιεί ένα πολύ ιδιαίτερο μπλέ που δίνει χαρακτήρα κι ομορφιά στα κεραμικά του κι έχει φανατικούς πελάτες που μοιάζει να σαγηνεύονται από την ιδιαίτερη ποιότητα και την ένταση του συγκεκριμένου μπλέ.
Η ζωή της οικογένειας και η ήρεμη ροή των πραγμάτων αναταράσσεται από ένα γεγονός. Υπάρχει πόλεμος στην Ευρώπη(β`παγκόσμιος) και η εισαγωγή του συγκεκριμένου μπλε από την γερμανική εταιρεία που το παράγει είναι αδύνατη. {Εμεση αναφορά στο μεγάλο φαρμακευτικό τραστ IG-Farben, της οποίας η θυγατρική Hochst παράγει το μπλέ χρώμα. Αυτό το τραστ διαλύθηκε από τους Συμμάχους το 1945 επειδή είχε λάβει μέρος στον αφανισμό των κρατουμένων, καθώς τους εκμεταλευόταν αδίστακτα ως χέρια εργασίας στα εργοστάσιά του που βρίσκονταν κοντά στα στρατόπεδα θανάτου}(σημείωση στο επίμετρο).

Ο Μπενίτο αδυνατεί να καταλάβει ακριβώς, πως γίνεται, ένας πόλεμος στην άλλη μεριά του πλανήτη να επηρεάζει με τέτοιον τρόπο την δική του καθημερινότητα και την επιβίωση της οικογένειας του, καθώς, χωρίς το μπλέ χρώμα θα χάσει όλους του τους πελάτες που τον προτιμάνε ακριβώς γι`αυτό.

Η έλλειψη του μπλε μπορούμε να πούμε ότι σημαίνει: α)ακύρωση της καλλιτεχνικής ιδιότητας και της ικανότητας για έκφραση μέσα από την πρώτη ύλη. β) ακύρωση της ιδιότητας του αγειοπλάστη και κατά συνέπεια της δυνατότητας επιβίωσης μέσα από την πώληση του προϊόντος που παράγει γ) ακύρωση της προσωπικής ευχαρίστησης μέσα από την ενατένιση της ενέργειας αυτού του τόσο ιδιαίτερου μπλε, δ) ακύρωση της ευχαρίστης να παράγει ένα έργο που εκτός από χρηστικό αντικείμενο ευχαριστεί τους άλλους και τους επηρεάζει αισθητικά και ψυχικά ακόμη κι αν δεν μπορούν να το εκφράσουν.

Μετά από παρότρυσνη της θείας Εουσέμπια ξεκινά ένα μακρύ ταξίδι σε αναζήτηση ενός μακρινού ξαδέρφου, του σακάτη Ρουμπέν, ο οποίος χρησιμοποιώντας λαθραία τα περισσεύματα από τις πέτρες ενός μεταλλείου, κατάφερε να βγάλει σε σκόνη αυτό το μαγικό μπλέ.

Παρακολουθούμε κατά πόδας τις περιπέτειες και τις δοκιμασίες του Μπενίτο. Πως ένας φτωχός, αγράμματος, απλοϊκός αγγειοπλάστης που δεν είχε βγεί από τα στενά σύνορα της οικογένειας, του σπιτιού του και της πόλης του καταφέρνει καλύψει μια τόσο μεγάλη απόσταση, να γνωρίσει άγνωστες περιοχές, νοοτροπίες και τρόπους ζωής, να συγχρωτιστεί με αγνώστους και να τους κερδίσει, να δουλέψει περιστασιακά, να δοκιμάσει το ποτό, την υποψία ότι θα μπορούσε να κάνει μια διαφορετική ζωή κάπου αλλού. Πως καταφέρνει με τα πενιχρά του μέσα να φτάσει στον στόχο του και να κερδίσει το μπλέ των ονείρων του.

Ένα ταξίδι «Ανοικείωσης» με στόχο την Οικειοποίηση {εκ νέου , και με τις δικές του δυνάμεις}του ποθητού μπλέ και της δυνατότητας να ορίζει την ζωή του και το πεπρωμένο του. Στο τέλος επανέρχεται η αρχική τάξη, όμως ο ήρωας είναι διπλά κερδισμένος γιατί διαθέτει πλέον, όχι μόνο το μπλε, αλλά και τον πλούτο του ταξιδιού, των εμπειριών και την ορμή της προσπάθειας.

Δεν είναι μόνο θέμα επιβίωσης. Είναι θέμα αισθητικής και σαγήνης, η αναζήτηση του ωραίου, της ποιότητας, του υψηλού στην καθημερινή ζωή. Είναι θέμα του να ξεπερνάς τα στεγανά και τα στενά όρια της γνωστής ζωής σου, ν`αφήσεις για λίγο την ζεστασιά του οικείου και του καθημερινού για να κρατήσεις στα χέρια σου το πολυπόθητο λάφυρο, να υψωθείς πάνω από τα ταπεινά και τα αναγκαία, να αντλήσεις δύναμη από τις πηγές του εαυτού σου κι από τα συναπαντήματα του τυχαίου, να προσφέρεις σαν αντάλλαγμα χρόνο και χώρο από την ζωή σου, κόπο και δουλειά προσωπική. Μια ουτοπία που ενέχει όμως και ταξικά και συγκεκριμένα ιστορικά στοιχεία. Ετσι ο ταπεινός, λαϊκός αγγειοπλάστης, έχει να αντιμετωπίσει όχι μόνο τη δική του φτώχεια αλλά και γεωπολιτικές αιτίες και τις ξένες και εγχώριες εταιρείες, τους άπληστους ιδιοκτήτες μεταλλείων, την αστική τάξη των εμπόρων και με τις αμφίβολες συναλλαγές που έχουν σαν μόνο στόχο το κέρδος. …

Το επίμετρο με την μελέτη της Hélène Roussel (καθηγήτρια στο Βενσεν και το Σαίν Ντενί της Γαλλίας) είναι εξαιρετικό και προσφέρει μια αίσθηση "πληρότητας" με όλες τις πληροφορίες και τις αναλύσεις που δίνει για την ζωή, τις εξορίες, την πολιτική στάση και το έργο της Anna Seghers. Μ`έκανε πραγματικά να ξαναδώ την ιστορία του βιβλίου με άλλο μάτι.


Η Αννα είχε μεταναστεύσει το 1933 από την γερμανία στην Γαλλία. Το 1941 αναχωρεί και πάλι κυνηγημένη από την Μασσαλία μαζί με άλλους διανοούμενους(Λεβι-Στρως, Αντρέ Μπρετόν….) κι αφού δεν γίνεται δεκτή στις ΗΠΑ λόγω των αριστερών πολιτικών πεποιθήσεων, πέρασε από το νησί Ελλις στην Βέρα Κρους. Ετσι το Μεξικό έγινε ο τόπος εξορίας της που όμως τροφοδότησε την φαντασία της, την έμπνευσή της και πολλά από τα βιβλία της με εικόνες και θέματα. Από το 1947 επιστρέφει και ζεί στην ανατολική Γερμανία, γίνεται για πολλά χρόνια πρόεδρος της Ενωσης Συγγραφέων αλλά δεν καταφέρνει να υπερασπιστεί πολλούς συναδέλφους της που καταδικάζονται γιατί δεν ακολουθούν την επίσημη γραμμή του κόμματος. Τη χρονιά που γράφει κι εκδίδει το βιβλίο αυτό η Seghers, ήταν εποχή σκληρότητας και διωγμών. Η συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου μοιάζει να είναι μια μορφή αντίδρασης. Σύμφωνα με την Hélène Roussel "Για τους Γερμανούς αναγνώστες είναι σαφής ο υπαινιγμός: αυτό το μπλε υποδηλώνει το «γαλάζιο λουλούδι» που ονειρεύεται ο ήρωας του μυθιστορήματος(1802) του Νοβάλις, Χάινριχ φον Οφτερντινγκεν, το οποίο στην ολοκλήρωση μιας εσωτερικής αναζήτησης αποδεικνύεται σύμβολο της ποίησης και πιο συγκεκριμένα για τον γερμανικό ρομαντισμό, της πιο υψηλής μορφής της καλλιτεχνικής δημιουργίας….Η Αννα δανείζεται από τον ρομαντισμό τη βασική ιδέα του εσωτερικού ΠΟΘΟΥ, της νοσταλγίας που είναι η βάση όλης της τέχνης και πρέπει να συντηρηθεί σαν μια ιερή φλόγα…"

«Με τη σκέψη αυτή αποκοιμήθηκε. Συνέχισε να ταξιδεύει στο όνειρό του όλο και πιο βαθιά στα βουνά, που άλλα ήταν δασωμένα κι άλλα γυμνά….Απίστευτη ελπίδα, τέτοια που ποτέ στη ζωή του δεν είχε νιώσει, τον γέμισε….η ελπίδα ήταν πολύ έντονη για να την αντέξει…κοίταξε τα ήρεμα μάτια του μουλαριού, όπου δεν διάβασε απογοήτευση ούτε ελπίδα, μόνο ακούραστη υπομονή….μέσα από κάθε άνοιγμα στα δίχτυα, ακτινοβολούσε από τα φρεσκοψημένα πιατικά το μπλε, που ξαφνικά του το είχαν στερήσει.» 65-66
Η ενασχόλησή μου με το μπλε της Anna Seghers μου θύμισε δυο άλλα πολύ ιδιαίτερα μπλε:

-το "ηλεκτρικό" μπλε του Yves Klein που πήρε τον κωδικό The International Klein Blue (ΙΚΒ)


-το μπλε του Χουαν Μιρο στους πίνακές του με τον τίτλο Βlue Ι. ΙΙ. ΙΙΙ. για το οποίο αναρωτιώταν στα ημερολόγια του αν ήταν πράγματι αυτό το μπλε των ονείρων του.




Thursday, June 3, 2010

Η κουλτούρα του φαγητού...




Nicole Mones, Ο τελευταίος Κινέζος σεφ, Μελάνι 2008, Μετάφραση Μυρσίνη Γκανά, σελ 413 (μυθιστόρημα).


Μέσα από την προσωπική ιστορία αναζήτησης μιας Αμερικανίδας στη Κίνα και την γνωριμία και επαφή της μ`έναν κινέζο σεφ, σκιαγραφούνται οι βάσεις, οι κατευθύνσεις και οι τονισμοί της κινέζικης γαστρονομίας και της κουλτούρας του φαγητού.

Μια Αμερικανίδα αρθρογράφος γευσιγνωσίας , η σαραντάρα, χήρα Μάγκι ΜακΕλρόι, πηγαίνει στην Κίνα για δύο λόγους. 1) Να αναζητήσει την αλήθεια για μια καταγγελία πατρότητας σε βάρος του νεκρού άντρα της, απ`ότι φαίνεται είχε παράνομο δεσμό και παιδί στην χώρα. 2) Να πάρει συνέντευξη από έναν κινέζο σεφ, απόγονο μιας γενιάς αυτοκρατορικών σεφ, για να την δημοσιεύσει στο περιοδικό που εργάζεται. Αυτοί είναι οι δύο κινητήριοι μοχλοί που κάνουν την πλοκή να κινείται και ν`αρθρώνεται. Από κει και πέρα έχουμε διάφορες παρένθετες ιστορίες κι εμβόλιμες φωνές: ένας διαγωνισμός μαγειρικής, η ζωή του κινέζου σεφ και η σχέση του με την παράδοση, τους θείους του και τον πατέρα του, η παράδοση της αυτοκρατορικής κουζίνας και τα εμβόλιμα κομμάτια από ένα (φανταστικό)βιβλίο ιστορίας και τεχνικής της κινέζικης μαγειρικής, η αμερικάνικη παροικία και οι σχέσεις της με τους γηγενείς, η οικογένεια και οι δομές στην σύγχρονη κινέζικη κοινωνία...

Η αφηγήτρια κάνει ουσιαστικά ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Ζυγίζει το παρελθόν και το μέλλον της, δεν θέλει ν`αφήσει σκιές και ασάφειες πάνω σε ότι έχει ζήσει ως τώρα. Αφήνεται στις νέες γεύσεις μιας διαφορετικής κουζίνας κι ενός διαφορετικού πολιτισμού κι αφήνει μια νέα σχέση να διαπεράσει τα σύνορα της μόνωσης και του πένθους.. Μαθαίνει κι αφήνεται.

Χωρίς να είναι κάτι εξαιρετικό, είναι ένα ευχάριστο ανάγνωσμα για όλες τις ώρες. Τέρπει την φαντασία και δίνει σημαντικές πληροφορίες για την αισθητική, τις δομές και τις ιδιαιτερότητες της κινέζικης κουλτούρας για το φαγητό και την γαστρονομία, αλλά και για πλευρές της κοινωνικής ζωής, του πολιτισμού και της ιστορίας της Κίνας. Βέβαια κάποιες φορές το αληθινό μοιάζει αληθοφανές ή σχεδόν σκηνοθετημένο, κυρίως σε ότι έχει να κάνει με την παράλληλη προσωπική ιστορία της ηρωίδας. Σε κάποια σημεία θυμίζει αμερικάνικη ταινία. Αλλά γενικά είναι απολαυστικό και μπορεί να σου ανοίξει την όρεξη και να σε ωθήσει στην κουζίνα για πρακτική.

-----------------------------

« Δάγκωσε άλλο ένα κομμάτι κοτόπουλο, χυμώδες, μαλακό, άψογο. Την έκανε να λιώνει, την παρηγορούσε. Της έδινε μια στέγη πάνω από το κεφάλι της και μια ζεστασιά γύρω της που την έκανε να νιώθει ότι , αν και η αγωνία της ήταν ακόμη εκεί μαζί της, ήταν, για λίγο, κάτι που μπορούσε να αντέξει. Έκλεισε τα μάτια της απολαμβάνοντας την ανακούφιση….»122

«Έχουμε τα κλασικά ιδεώδη σχετικά με τη γεύση και την υφή…
Τέχνασμα. Ψευδαίσθηση. Το φαγητό πρέπει να είναι κάτι παραπάνω από απλή τροφή. Θα πρέπει να προκαλεί και να εξιτάρει το μυαλό. Έχουμε πολλά πιάτα που φτάνουν στο τραπέζι μοιάζοντας με κάτι και αποδεικνύεται πως είναι κάτι άλλο….Προσπαθούμε να ξεγελάσουμε για μια στιγμή αυτόν που τρώει. Αυτό προσθέτει ένα διανοητικό παιχνίδι στο γεύμα….
Πες το θέατρο. Τα πάντα στη κινέζικη κοινωνία έχουν να κάνουν με το θέατρο. Όχι μόνο το φαγητό. Υπάρχει επίσης η θεραπευτική προσέγγιση. Χρησιμοποιούμε το φαγητό για καλύτερη υγεία…Πιστεύουμε πως κάθε συστατικό διαθέτει ορισμένες αρετές –θερμό, ψυχρό, ξηρό. Υγρό, ξινό, καυτερό, πικρό, γλυκό κτλ. Και πιστεύουμε ότι πολλά προβλήματα οφείλονται στο ότι αυτά τα στοιχεία δεν βρίσκονται σε ισορροπία. …» σελ 61





*Στο τέλος υπάρχει σημείωμα της συγγραφέως που μιλά για την ζωή της στην Κίνα και τις δουλειές που έκανε εκεί. διευκρινίζει ότι ο τελευταίος Κινέζος σεφ είναι έργο μυθοπλασίας. Ευχαριστεί τους ανθρώπους που την βοήθησαν να καταλάβει την κινέζική κουζίνα, σεφ και μη, και παραθέτει κάποια βασικά βιβλία που συμβουλεύτηκε.

http://nicolemones.com/index.php

http://calitreview.com/227

http://www.kqed.org/arts/programs/writersblock/episode.jsp?essid=16980

Wednesday, June 2, 2010

Το μπλέ δωμάτιο


Georges Simenon, Το μπλέ δωμάτιο, μετάφραση Α. Μακάρωφ, Αγρα 2003, 210 σελίδες
(La chambre bleue, 1964).
-Επίμετρο 1, Γράμματα επώνυμων αναγνωστών προς τον Σιμενόν(Μαξ Ζακόμπ, Αντρέ Ζίντ, Χένρυ Μίλλερ, Φ. Φελλίνι κ.α.)
-Επίμετρο 2, Βιογραφία του συγγραφέα.


"Το δωμάτιο ήταν μπλε, μπλε λουλακί, είχε σκεφτεί μια μέρα ένα λουλακί πού του θύμιζε τα παιδικά του χρόνια και τα μικρά σακουλάκια από εταμίνα γεμάτα με μπλε σκόνη πού ή μητέρα του τα διέλυε στη σκάφη της μπουγάδας πριν από το τελευταίο ξέβγαλμα των ασπρόρουχων, πριν πάει να τ’ απλώσει στα γυαλιστερά χόρτα του αγρού. Θα πρέπει να ήταν πέντε ή έξι χρονών τότε, και αναρωτιόταν τί θαύμα γινόταν και το λουλακί χρώμα μπορούσε κι έκανε τα ρούχα πιο λευκά.

Αργότερα, πολύ μετά το θάνατο της μητέρας του, το πρόσωπο της οποίας είχε αρχίσει να ξεθωριάζει στη μνήμη του, είχε αναρωτηθεί επίσης γιατί οι άνθρωποι πού ήταν τόσο φτωχοί όπως και οι ίδιοι, ντυμένοι με μπαλωμένα ρούχα, έδιναν τόση σημασία στη λευκότητα των ασπρόρουχων". σελ 10-11

Κεντρικός ήρωας, ο Τόνυ Φαλκόνε, ιταλικής καταγωγής, που κατηγορείται και ανακρίνεται για τον προσχεδιασμένο θάνατο της γυναίκας του Ζιζέλ με αρσενικό, σε αντιπαράθεση με την ερωμένη του Αντρέ Ντεσπιέρ η οποία φαίνεται ότι σκότωσε από την μεριά της τον σύζυγό της. Στα μάτια της μικρής κλειστής κοινωνίας και των διωκτικών αρχών φαίνεται πως έχουμε μια συνωμοσία, ένα διπλό οργανωμένο έγκλημα από τους δύο εραστές με σκοπό να απελευθερωθούν από τα δεσμά των γάμων τους για να ζήσουν ανενόχλητοι τον έρωτά τους. Είναι όμως πράγματι αυτή η αλήθεια;

Ο Σιμενόν μας δίνει τα στοιχεία διαδοχικά και με επιβράδυνση, άλλοτε σαν μέρος της ανάκρισης κι άλλοτε σαν σιωπηλές, ιδιωτικές αναμνήσεις του ήρωα. Μοιάζει σαν ένας ιστός από γεγονότα, σκέψεις κι αισθήματα που ξεκινά να ξετυλίγεται με αφετηρία και κέντρο το μπλέ δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, στο οποίο έλαβε χώρα η τελευταία ερωτική συνεύρεση των δύο εραστών.


Δυνατή πλοκή με αναπάντεχα κι αποκαλύψεις και ψυχογραφική ανάλυση των χαρακτήρων χαρακτηρίζουν και αυτό το μυθιστόρημα του Σιμενόν. Σκιαγραφούνται με οικονομία οι άνθρωποι, οι προθέσεις τους, οι ενδόμυχες σκέψεις τους, οι αντιδράσεις τους...χωρίς όμως τίποτα να είναι στατικό και παγιωμένο, όλα επιδέχονται μια δεύτερη ανάγνωση, όλα είναι θέμα οπτικής γωνίας. Στο τέλος βλέπουμε ότι το περίγραμμα πραγματικότητας που σχεδιάζεται δεν είναι και τόσο ακριβές, μοιάζει πιο πολύ με έλευθερο και γρήγορο σκίτσο παρά με τελειωμένη ζωγραφική αναπαράσταση. Μας βάζει σαν αναγνώστες στο κυνήγι της αλήθειας. Δεν λείπουν τα "σχόλια" πάνω στην κοινωνία, την ψυχολογία της μάζας-αγέλης και τις τακτικές του τύπου.


Για μια ακόμη φορά βρισκόμαστε στο μυαλό του ήρωα-παραβάτη-εγκληματία που αντιμετωπίζει τον ίδιο του τον εαυτό και στέκεται απελπιστικά μόνος του απέναντι σε ολόκληρη την κοινωνία. Διατηρούμε μέχρι το τέλος αμφιβολίες για τις προθέσεις του και για το αν πράγματι είναι ένοχος. Πως περναμε στην "άλλη πλευρά";

Εχουμε μια ασφυκτική, μικρή κοινωνία που όλα τα γνωρίζει, τα σχολιάζει και φυσικά βγάζει την ετυμηγορία της αμέσως. Μια μικρή κοινωνία φαινομενικά φιλήσυχη, αλλά και καχύποπτη, που έχει ανάγκη από δολοφόνους και συνωμοσίες, που είναι έτοιμη να κατασπαράξει αυτούς που θεωρεί ενόχους ακόμη κι αν δεν έχει αρκετές αποδείξεις.

-----------------------------

"Υπήρχε κάποια αλήθεια που την αισθανόταν συγκεχυμένα αλλά ήταν ανίκανος να την εκφράσει. Του φαινόταν πως έγβαινε από τις φράσεις που είχαν ειπωθεί στις 2 Αυγούστου, αυτή την περίφημη 2α Αυγούστου, που είχε ζήσει τόσο άδολα, χωρίς να διανοηθεί ότι θα συζητιόταν τόσο και ότι οι εφημερίδες θα την έκαναν πρωτοσέλιδο. Ο ανταποκριτής μιας μεγάλης παριζιάνικης εφμερίδας θα διατύπωνε μάλιστα πρώτος έναν τίτλο που θα τον χρησιμοποιούσαν κατόπιν όλοι οι συνάδελφοί του: Αχαλίνωτοι Εραστές*.
-Θα σου άρεσε να περάσεις όλη σου τη ζωή μαζί μου;
Είχε απαντήσει: Σίγουρα.
Δεν το αρνιόταν. Ο ίδιος είχε μεταφέρει αυτόν τον διάλογο στον ανακριτή. Αλλά το σημαντικό ήταν το ύφος. Μιλούσε χωρίς να πιστεύει αυτά που έλεγε. Δεν ήταν πραγματικά, Μέσα στο μπλέ δωμάτιο τίποτα δεν ήταν πραγματικό. Η μάλλον επρόκειτο για μια διαφορετική πραγματικότητα, αδιανόητη οπουδήποτε αλλού". σελ.89


"Επί δύο βδομάδες έπαιζαν το ίδιο παιχνίδι. Ο κόσμος ξεσηκωμένος από τον Τύπο, είχε στραφεί εναντίον του και απειλούσε ότι θα του κάνει κακό...
Του είχε συμβεί να δεί σε περιοδικά και στα επίκαιρα στον κινηματογράφο, κατηγορούμενους να τους προστατεύουν αστυνομικές δυνάμεις την ώρα που διέσχιζαν το πλήθος....
Τώρα είχε ό ίδιος αυτόν τον ρόλο με τη διαφορά ότι δεν σκέπαζε το πρόσωπό του. Να είχε άραγε κι εκείνος, όπως οι άλλοι, το βλέμμα κάποιου που δεν ανήκει πλέον στην κοινωνία των ανθρώπων και αναρωτιέται γιατί;" σελ 132


"Ομολόγησε πως το ήξερες, πως δεν περίμενες να τις ξαναβρείς ζωντανές! Καργιόλη μετανάστη! Κάθαρμα". σελ184


Notice bibliographique :

*Στο αυτόγραφο χειρόγραφο του συγγραφέα διακρίνονται δύο τίτλοι: 1)Το μπλε δωμάτιο 2)Οι αχαλίνωτοι εραστές. Προτιμήθηκε ο πρώτος τίτλος.

Tuesday, June 1, 2010

Τα πράγματα δεν έχουν έννοια, έχουν ύπαρξη.



"Το μυστήριο των πραγμάτων είναι πού;
Πού`ναι και δεν φαίνεται
τουλάχιστον να μας επιδείξει τ`είναι μυστήριο;
Τι ξέρει το ποτάμι γι`αυτό και τι ξέρει το δέντρο;
Κι εγώ που δεν είμαι περισσότερο απ`αυτά, τι ξέρω γι`αυτό;
Πάντα σαν κοιτάζω τα πράγματα και σκέφτομαι τι σκέ-
φτονται οι άνθρωποι γι`αυτά,
γελάω σαν νεροσυρμή που ηχεί δροσερή σε μια πέτρα.
Γιατί η μόνη απόκρυφη αίσθηση των πραγμάτων
είναι πως δεν έχουν απόκρυφη αίσθηση καμία,
είναι πιο περίεργο απ`όλα τα περίεργα
κι απ`τα όνειρα όλων των ποιητών
και τις σκέψεις όλων των φιλοσόφων
πως τα πράγματα είναι ό,τι φαίνονται πως είναι
και πως δεν υπάρχει τίποτα να καταλάβεις.

Κι αυτό`ναι ότι οι αισθήσεις μου έμαθαν μόνες:
τα πράγματα δεν έχουν έννοια, έχουν ύπαρξη.
Τα πράγματα είναι η μόνη απόκρυφη αίσθηση των πραγ-
μάτων".

Φερνάντο Πεσσόα, Ποιήματα του Αλμπέρτο Καέϊρο, εισαγωγή μετάφραση Φ.Δ.Δρακονταειδής,
εκδόσεις Γνώση, 1982

Sunday, May 16, 2010

Μάτεσις, Αλδεβαράν

Παύλος Μάτεσις, Αλδεβαράν, Καστανιώτη 2007, σελ 193

Πρόκειται για ένα αλληγορικό παραμύθι που διηγείται την ιστορία ενός πλατωνικού έρωτα ανάμεσα σε δύο άντρες που καταλύει, μεταμορφώνει και μετουσιώνει τα πάντα. Οι δύο πόλοι του μυθιστορήματος, εκτός από τους ήρωες Ερμή και Μύρτο, είναι ουσιαστικά ο έρωτας και ο θάνατος, η απουσία που γίνεται παρουσία, η ψυχή σε όλο της το αληθινό βάθος και η αφή με όλη της την σωματική ύλη..

***

Ο Ερμής , 35χρονος χρηματιστής, που δεν του αρέσουν οι δεσμεύσεις, που περηφανεύεται για τις γυναικείες του κατακτήσεις, ετοιμάζεται να παντρευτεί γιατί έτσι επιβάλλουν οι κοινωνικοί κανόνες. Κάτω από περίεργες συνθήκες γνωρίζει τον αινιγματικό 25χρονο Μύρτιλο (Μύρτο)(«Σκοτεινό παιδί») ο οποίος εισβάλει στην ζωή του και γίνονται σταδιακά φίλοι. Ο νεαρός είναι γείτονας, μένει απέναντι με θέα προς την κουζίνα του και φαίνεται πως τον παρακολουθούσε. Έχει σπουδάσει ζωγραφική και υφαντουργία στη Φλωρεντία , είναι δίδυμος με έναν καθυστερημένο αδερφό έγκλειστο σε ίδρυμα, υιοθετημένος από δυο θείους περίεργους και παλιούς γνωστούς από το μυθιστόρημα του Παύλου Μάτεσι «Μύρτος» και διαθέτει στην περιουσία του έναν φάρο που ονομάζεται Φαέθοντας.
Ο Μύρτος ασκεί μια περίεργη γοητεία πάνω στον Ερμή, του αλλάζει την πορεία και την ζωή του ολόκληρη. Υπάρχει η Προ και η Μετά Μύρτου εποχή. Μεταμόρφωση. Τα όρια του ενός διευρύνονται για να χωρέσουν τον άλλον.


Στο πρώτο μισό του βιβλίου έχουμε την γνωριμία τους και την θεμελίωση της σχέσης. Στο δεύτερο μισό, ο ένας πόλος της σχέσης , ο Μύρτος, έχει περάσει αλλού, πεθαίνει, περνά ίσως στο Αλδεβαράν κι από κει φωτίζει κι οδηγεί τον άλλο πόλο. Μένει ο Ερμής ν` ακολουθεί το παράδειγμα του πρώτου. Αποδέχεται την κληρονομιά του, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Γίνεται ο ψυχοπομπός του νεκρού Μύρτου, τον προετοιμάζει για την ταφή και φροντίζει να ταφεί δίπλα στο σκύλο του. Κληρονομεί την περιουσία του, τον άρρωστο αδερφό του, τον αργαλειό του, τον φάρο του. Εγκαταλείπει τα πάντα. Αλλάζει ζωή, επάγγελμα, συνήθειες και τόπο. Πηγαίνει να ζήσει στον φάρο του Μύρτου, στο δωμάτιό του, ψυχανεμιζόμενος την θέληση και τον τρόπο του εκλιπόντος. Οικειώνεται την ζωή του αγαπημένου κι αφομοιώνεται απ`αυτήν, ή τουλάχιστον προσπαθεί.


Στο μυθιστόρημα κυριαρχεί το μεταφυσικό και υπερβατικό στοιχείο αναμειγμένο με την καθημερινότητα. Εχουμε σπαρταριστές περιγραφές γεμάτες χιούμορ και κωμικά εως γκοτέσκα στοιχεία, δραματικότητα, ποιητικότητα, σουρεαλισμό. Βρίθει συμβολισμών, αλληγοριών και μυθολογικών αναφορών(φάρος, νησί, βέρες, υφαντό, ελιά, Αλδεβαράν, Φαέθων, Ερμής, Μύρτος...) . Το όνειρο συχνά παίρνει τα ινία.


Με τον Μάτεση έχω προηγούμενα. Θεωρώ το μυθιστόρημά του "Ο παλαιός των ημερών"(1994) ένα από τα καλύτερα και πιο δυνατά βιβλία που έχω διαβάσει ποτέ και οφείλω στον εαυτό μου να το ξαναδιαδάσω και να γράψω κάτι γι`αυτό(απλά φοβάμαι τι εντύπωση θα μου κάνει μετά από τόσα χρόνια). Διαβάζοντας τώρα το Αλδεβαράν, διαπίστωσα ότι υπάρχει μια βασική ομοιότητα. Οι βασικοί ήρωες και στα δύο μυθιστορήματα είναι ένα ζεύγος αντρών (Ερμής-Μύρτος) (Ελισσαίος-Ζάγρος) και περιγράφεται μια σχέση πολύ βαθιά ανάμεσά τους. Στην προμετωπίδα του βιβλίου παρατίθεται μια φράση από το Σ της Ιλιάδας: Κείται Πάτροκλος , που παραπέμπει στην αμφίσημη σχέση Αχιλλέα-Πατρόκλου. Επίσης ο συγγραφέας σε συνέντευξή του http://www.ygeianet.gr/keimeno.php?id=3302 αναφέρει τον μύθο του Κλέοβι και του Βίτονα:


"Εδώ ο έρωτας και ο θάνατος δίνουν μάχη όπου θα νικήσουν και οι δυο. O έρωτας είναι από τα πλέον επιθυμητά δώρα για το ανθρώπινο σώμα. O θάνατος είναι η φυσιολογική έκβαση του ζην. Παράδειγμα: σε αρχαίο ελληνικό μύθο η Κυδίππη, ιέρεια της θεάς Ήρας στο Αργος, καθυστέρησε να τελέσει θυσία, επειδή τα βόδια του αμαξιού της ήταν σε χωράφι και όργωναν. Τότε στο αμάξι ζεύτηκαν οι δυο γιοι της, Κλέοβις και Βίτων, και πήγαν τη μητέρα τους στο ιερό. Η Κυδίππη τότε ζήτησε από τη θεά να χαρίσει στους γιους της το «άριστον» για τον άνθρωπο. Με εντολή της θεάς οι δυο νέοι θυσίασαν και μπήκαν στο ναό να κοιμηθούν. Δεν ξύπνησαν ποτέ. Αυτό ήταν το «άριστον» της θεάς. Σήμερα ο Κλέοβις και ο Βίτων κατοικούν στο Μουσείο των Δελφών".



-Tο μοτίβο του "Διπλού", γενικότερα, επαναλαμβάνεται συχνά σε πολλά έργα του Μάτεσι.

-Ο φάρος και ο αστερισμός Αλδεβαράν ως φωτοδότες και οδηγοί. Ο τυφλός φαροφύλακας.
-Το νησί, ως ερημητήριο.
-Ο κόσμος των ζώων και ειδικότερα ο σκύλος σαν σύντροφος του ανθρώπου ή μάλλον το αντίστροφο... μια σχέση απίστευτης τρυφερότητας και 'κατανόησης' που περιγράφεται και στον Παλαιό των ημερών.

Η τέχνη ως Ηθική:


«Δεν είναι Ουτσέλλο. Είναι όπως θα έπρεπε μα ζωγραφίζει ο Ουτσέλλο…Ο Ουτσέλλο είναι ο ζωγράφος που επιθυμούσα να γίνω εγώ. Είναι ο δικός μου ζωγράφος, ζωγραφίζει για μένα…δεν ζωγραφίζει ακριβώς όπως θέλω εγώ, του ξεφεύγουν οι δικοί μου κανόνες.
Ο Ερμής τώρα κοίταζε τον Μύρτο σα να είχε δεχτεί προσβολή. Ή προδοσία. Ή ξαφνική ανταρσία.
-Μύρτο, ξέρεις εναντίον σε ποιόν ζωγράφο αυθαδιάζεις;
-Τον προστατεύω. Είναι τυχερός ζωγράφος που έχει εμένα προστάτη….
-Μύρτο, ξέρεις για ποιόν δημιουργό εκφέρεις γνώμη;-Για τον πρώτο ζωγράφο της Φλωρεντίας. Που είναι η μητέρα της Ιταλίας. Και η Ιταλία μητέρα της Ευρώπης. Ξέρω.
Ο Ερμής τον έβλεπε τώρα με διάθεση σαν για να τον εμβολίσει, να τον κάνει μηδέν, να καταλάβει την απόστασή του από τον τρομαχτικό ζωγράφο Ουτσέλλο, που όλοι οι μεγάλοι τεχνοκριτικοί….
-Είμαι ο προστάτης του, Ερμή. Το έχω αποφασίσει. Και δεν το ξέρει…..είναι κάπως σα να ζωγραφίζει όχι άντρες αλλά αγάλματα αντρών, μαρμάρινα αγάλματα. Κι εγώ δεν του επιτρέπω. Ζωγραφίζω όπως ώφειλε να ζωγραφίζει εκείνος…..Η Ζωγραφική είναι μια πράξη Ηθικής, Ηθική…» 77-78

«...Ήθελα να μπω στο σπίτι σου σαν Ευαγγελισμός. Όμως δεν αφήνεις... Επειδή μας μένει μόνο ν αγαπηθούμε. Μόνο. Και τα άλλα, τίποτα. Τίποτα του κόσμου δεν μας περιμένει. Ούτε περιμένουμε - μας το παραγγέλνει ο Θάνατος. Οι αρχαίοι θεοί υποσχέθηκαν στον άνθρωπο ένα: θάνατο μόνο. Και μέχρι τότε εσείς, μας παραγγέλνει, εσείς, Αγάπη. Ώσπου να έρθω. Το ένα σώμα να υποδεχτεί, να θεραπεύσει (θεράπων) το άλλο. Τις ψυχές τις αφήνουμε στην άκρη, με τους άλλους, που τις πιστεύουν πως υπάρχουν, τα σώματα μόνο ζουν, αγγίζουν άλλα σώματα, η αφή είναι η μόνη, η μόνιμη έως θανάτου ευτυχία. Τα δυο σώματά μας ενωμένα ξεχνούν ότι θα εξαφανιστούν, θα εξαφανιστούμε. Ένας ένας, με τη σειρά τους. Και κάποτε όλοι».

«….δεν ξέρεις ότι αυτό, οι δύο μαζί, αποκοιμισμένοι μαζί, δίχως άγκυρα εμείς, δεν ξέρεις πως αυτό είναι αθανασία – γιατί να μας απασχολούν οι θεοί, ποιος τους έδωσε το πληρεξούσιο, εγώ, θέλω μόνο να βασανίσω τη ζωή σου ( εγώ ίσον το σώμα μου ), να γίνω εγώ σκοπός σου για να ευτυχείς, και οι δύο να ευτυχήσουμε. Να ευτυχούμε. Και όταν κοιμάμαι, εσύ να έχεις αποκοιμηθεί, πλάι μου, το χέρι σου τρυφερό μέσα στο ρούχο μου, να μου χαϊδεύεις το σώμα αλλά να μη το ξέρεις. Ανάβαση στο Αλδεβαράν. Η αφή, απαραίτητη όσο και η ανάσα για να μην πεθάνεις. Να μην πεθάνω. Τότε μπορείς να ζεις και δίχως την ανάσα, μόνο με την αφή. Βγάζει ανάσα το δέρμα σου, τη μυρίζω αντί για εισπνοή. Η αφή, το άγγιγμα, είναι θεός. Ο Θεός. Τα λοιπά...».

Από συνέντευξη του συγγραφέα στην ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΙΔΑΚΗ στο Lifo: http://www.lifo.gr/mag/features/249
«Στο βιβλίο σας δεν υπάρχει ερωτική σχέση ανάμεσα στους ήρωες. Υπάρχει ο έρωτας του ενός, ο οποίος γίνεται ένα απίστευτο βάρος που αποδέχεται ο άλλος.


-Όποιος διαβάσει το βιβλίο και μείνει στον ερωτισμό έχει χάσει όλο το νόημα. Λέει ο Ηράκλειτος ότι το βάθος της ψυχής δεν θα το ανακαλύψεις ποτέ, όσους δρόμους κι αν δοκιμάσεις. Η οδυνηρή τόλμη του συγγραφέα είναι να προχωρήσει με θάρρος μέσα στο σκοτάδι, υπό την προϋπόθεση ότι διαθέτει ψυχικό σθένος και συμπαγή διανοητικό πυρήνα. Ο ήρωας σ' αυτό το βιβλίο, μέσα από πολύ δύσκολες ψυχικές διεργασίες αλλά και γενναιότητα, κερδίζει την ψυχή του. Αυτή είναι η κατάφαση του βιβλίου, η πανηγυρική αισιοδοξία του και η σημασία του. Και θέλει γερά νεύρα για να το γράψεις»


Αλντεμπαράν (Aldebaran) ονόμαζαν οι Άραβες τον αστέρα α του αστερισμού του Ταύρου, ενώ η αρχαία ονομασία αυτού από τους Έλληνες ήταν "νότιος οφθαλμός του Ταύρου".Στη "Μαθηματική σύνταξη" του Πτολεμαίου φέρεται ακόμη ως "ο λαμπρός των Υάδων" καθώς ομάδα αστέρων του Ταύρου φέρει το ίδιο όνομα ("Υάδες") και ο Αλντεμπαράν είναι ο λαμπρότερος αυτών. Ονομάζεται ακόμα και "Λαμπαδίας".Το αραβικό όνομα Αλντεμπαράν που είναι και σήμερα σε χρήση σημαίνει "αυτός που ακολουθεί". Προφανώς οι Άραβες τον ονόμασαν έτσι επειδή ακολουθεί τις Πλειάδες (κοινώς Πούλια) που αποτελεί ομάδα αστέρων του ίδιου αστερισμού του Ταύρου

Συνεντεύξεις:

http://archive.enet.gr/online/online_text/c=113,dt=13.10.2007,id=30515904

http://www.tovima.gr/default.asp?pid=46&ct=47&artid=168256&dt=02/12/2007

Sunday, May 9, 2010

Simenon, συνέχεια....


Georges Simenon, O άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν, ΑΓΡΑ 2004, σελ 296 , μτφρ Αργυρώ Μακάρωφ / ΕΠΙΜΕΤΡΟ: Γ.Ν. Πεντζίκης, Ο Σιμενόν και ο γυμνός άνθρωπος.

Georges Simenon, L`homme qui regardait passer les trains, Gallimard 1938
Γράφτηκε το 1937. Πρωτοδημοσιεύτηκε σε σαράντα συνέχειες στην εφημερίδα Petit Parisien με τον τίτλο Popinga a tué. Μεταφέρθηκε στην οθόνη το 1953 από τον Harold French, The man who watched trains go by.


-------------------------

Είναι περίεργο πως καθορίζονται οι αναγνωστικές μας επιλογές. Μέχρι τώρα δεν είχα διαβάσει Simenon, δεν με είχε τραβήξει κάτι ιδιαίτερο σ`αυτόν. Το αντίθετο μάλιστα, η μεγάλη παραγωγή συγγραφικού έργου, περίπου 400 βιβλία αστυνομικής λογοτεχνίας, μ`εκαναν να δυσπιστώ ως προς την ποιότητα και την λογοτεχνική αξία τους. Αφορμή ν`αλλάξω γνώμη στάθηκε η εξαιρετική παρουσίαση του Ναυτίλου http://alexis-chryssanthie.blogspot.com/2010/04/blog-post.html και επίσης http://alexis-chryssanthie.blogspot.com/2010/03/1.html. Το Βιβλίο "Οι αρραβώνες του κυρίου Ιρ" αποτέλεσε μια ευχάριστη έκπληξη για μένα με αποτέλεσμα να περάσω γρήγορα στην επόμενη ανάγνωση που ήταν "Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν". Κατάλαβα ότι η χρήση της δομής και της τεχνικής του αστυνομικού μυθιστορήματος από τον Simenon ήταν απλά το εξωτερικό ντύμα, το άλοθι και το όχημα για να πάει τις ιστορίες του εκεί που αυτός με πολύ προσοχή ήθελε. Διεισδυτική και έντονα κριτική ματιά των κοινωνικών δομών και συμβάσεων της εποχής, ακριβής και αριστοτεχνική ψυχολογική σκιαγράφηση των ηρώων του, υπαρξιακοί προβληματισμοί, το πρόβλημα της αληθινής ταυτότητας, αντηχήσεις, αντιστίξεις και εσωτερικοί κραδασμοί. Πίσω από τα καλοσχεδιασμένα σκηνικά, τις κουρτίνες των αστικών τοπίων, τους χάρτες, τις αποτυπώσεις των διαδρομών, ελοχεύουν οι εσωτερικές διαδρομές στο μυαλό των ηρώων του....


Μετά από παρότρυνση του Ετερώνυμου http://www.blogger.com/profile/16277659541170207943 επισκέφθηκα και συμβουλεύτηκα την άψογη (σε κείμενο και εικόνες)παρουσίαση της Πόλυς Χατζημανωλάκη καθώς και τον γόνιμο διάλογο των σχολίων: http://waxtablets.blogspot.com/2009/05/blog-post_19.html και νομίζω ότι εγώ δεν έχω να προσθέσω κάτι παραπάνω. Μόνο μια ματιά στις ομοιότητες των δύο έργων Ο άνθωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν και Οι αρραβώνες του κυρίου Ιρ:


-Ενα πακέτο από χρήματα (Ιρ-κρυμμένα ομόλογα, Κέες-τα χρήματα που του προσφέρει το αφεντικό του)που δίνουν την δυνατότητα να ζήσει για λίγο χωρίς να δουλεύει και του προσφέρουν την δυνατότητα και την προοπτική μιας "φυγής".


-Η άσκοπη περιπλάνηση στην πόλη και τους δρόμους. Αστική γεωγραφία.


-Η πίστη ότι μπορεί μια γυναίκα (η Αλις-Ιρ, η Ροζιέ-Κέες)να τον «σώσει», να πιστέψει σ`αυτόν, να δεί ό,τι οι υπόλοιποι δεν βλέπουν. Τελική προδοσία.


-Η σχέση των δύο ηρώων με τις εκδιδόμενες γυναίκες.


-Η καταξίωση του ήρωα μέσα από ένα παιχίδι: μπόουλιγκ(Ιρ), σκάκι(Κέες). Η ικανότητα να κερδίζει μ'εσα στους όρους και τις τεχνητές συνθήκες ενός παιχνιδιού αλλά να μην μπορεί να πετύχει μια αντίστοιχη "νίκη" και καταξίωση στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο.


-Τα γράμματα που γράφουν στην αστυνομία. Η έντονη επιθυμία των δύο ηρώων να γνωρίσουν και να αντιμετωπίσουν τον διώκτη τους.

-Η αγωνιώδης αίσθηση του κλoιού που σφίγγει ολόενα και περισσότερο.


-Η αίσθηση ότι οι άλλοι κοιτούν τον ήρωα σα να έχει πάνω του κάποιο αόρατο σημάδι.


Και σίγουρα υπάρχουν κι άλλες πολλές αντιστοιχίες.....

-------------------------------------------------------


«Τουλάχιστον, τώρα τελείωσε για τα καλά! Ηξερε ότι μόνο ο ίδιος καταλάβαινε τι εννοούσε. Αυτό που τελείωσε δε θα μπορούσε να το εξηγήσει. Ηταν τα πάντα, ήταν αυτό που θα μπορούσε να τον συνδέει με τη ζωή των άλλων. Στο εξής, ήταν μόνος, εντελώς μόνος, μόνος εναντίον όλου του κόσμου!» σελ 152


« Pendant quarante ans, je me suis ennuyé. Pendant quarante ans, j'ai regardé la vie à la façon du petit pauvre qui a le nez collé à la vitrine d’une pâtisserie et qui regarde les autres manger les gâteaux. Maintenant, je sais que les gâteaux sont à ceux qui se donnent la peine de les prendre. »

Από το τελευταίο αυτο site παραθέτω παρακάτω το άρθρο του Simenon (1934)για την σημασία και τον χαρακτήρα των λεγόμενων αστυνομικών μυθιστορημάτων:

Publication d'une préoriginale
Dans l'hebdomadaire « Marianne », n° 110 du 28 novembre 1934.
Edition originale In A la rencontre des autres (Paris, C. Bourgois, 1989).